Τα μάτια του Ρα...

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΡΑ ...γέννησαν άλλο ένα blog,
το "Σαν τατουάζ"!
Το νέο blog είναι όμως για γερά νεύρα! Δηλαδή:
http://like-tatoo.blogspot.com/
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

ΕΓΙΝΕ


Να πως μοιάζει το Δίκαιο:

στο μεσουράνημα του ήχου,

κραυγής

προβάδισμα.

Πλησίασε Δικαίωση σε όσα

λίγα είχα μιλήσει.

"Όταν ο καιρός

μενετός...

Θα δεις!"

Εσύ θα δρέψεις

ό,τι απ' ανθρώπους

κλάπηκε.

Γονυπετής, σερνάμενος,

όχι πλέον.

Μόνο φωτιά.

Και η δική μου πίστη

γεφύρωσε χαλάσματα,

να τραμπαλίζονται παιδιά

εκεί που έπεσε το πρώτο πυρ.

Τώρα να!

Εκεί παίζουν, γελώντας και οι άνεμοι,

ανάμεσα από τις ακίδες, τις πέτρες, τα δοκάρια,

στον Τόπο που κατοικούσαν άλλοτε

φωνές ανθρώπου

τρεμάμενου μπροστά

στο προδιαγεγραμμένο.

Τώρα την πίστη χώνω στο τσεπάκι

του ηλιοβόλου θηρεού μου

και αλωνίζω κι άλλα οράματα.

"Θα δεις τις Πύλες των κουρσεμένων

καραβιών σου

ν' ανοίγουν διάπλατα.

Θα δεις τα πένθιμα τραγούδια

ηρωισμό να γεύονται

και πυρφόρα

τα σκαριά τους

να βγάζουν πανιά

και να ξανοίγονται

σε νέους ουρανούς.

Μη λες "είθε".

"Έγινε", να λες!

Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

Πορεία



Με βήμα στην ουρά του πλήθος,
μια στιγμή στο κοντράρισμα,
ένα "είμαι εδώ" και "έλα περπάτα",
ένα τσιγάρο και άναμμα,
δυο ανάσες πριν τον κρότο,
ένα χαμόγελο στα όρθια,
μια ματιά και χειραψία,
δάκρυ, φτύσιμο και βήχας,
δίπλα στο κλειστό περίπτερο...

Είδα σήμερα την Ελλάδα
της Μνήμης-όχι μνημονίου-
να πάλλεται στο λυκόφως.

Θά'ρθω πάλι. Θά'σαι εδώ;
Περιμένω.Μην αργήσεις.
Οι άλλοι βιάζονται.
Το πλήθος περνάει.
Όλο και μαζεύονται,
συνειδήσεις-αρνήσεις.
Δε θα μείνουν για πολύ
ακίνητες, άπραγες.
Έχει και το όριο τέρμα.
Πάλι στην πλατεία
ο προορισμός μας.
Και πώς τη βγάλαμε
ως τα τώρα, φίλε μου,
άξιον απορίας.

Είδα σήμερα πρόσωπα
Μέλλοντος-όχι παράδοσης-
να δαμάζουν δρόμους.

Κι αν ακούς το χαλασμό,
είναι η αγωνία του φόβου
που μας περιμένει
στη στροφή.
Άμα βρεθείς μέσα του,
λυγά και σπάει.
Μα σ'έχω δίπλα μου
κι αυτό μετρά.

Να μου τραγουδήσεις μόνο
ξανά, παρακαλώ σε,
το "Ποτέ θα κα...
ποτέ θα κάνει ξαστεριά".
Αν θά'ρθεις πάλι.
Θα είμαι δω.

Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2011

ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΚΑΝΑΝΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΝΑ ΜΗΝ ΠΟΥΛΑΕΙ


Σε αυτούς που κάνανε την Ποίηση
να μην πουλάει -το κορμί της-
σα ρακένδυτη πόρνη
στο βάρος του μετάλλου,
μια λέξη βγάζω σαν ξυράφι
από τα χείλη:"Φχαριστώ".

Εσάς που δεν αφήσατε στην Ποίηση
μια φτήνια και άλλη τόση,
που δε χαρακώσατε το σώμα της
με νόμισμα αργυραμοιβού,
το λύγισμα του γόνατος μπροστά σας,
επιβάλλω στη σκέψη.

Εσείς που τείχος ορθώσατε
με ανάστημα βλέμματος
και δάκρυ δόρυ,
τέτοια τιμή σας πρέπει
οι άλλοι να σιωπούν,
όταν τις λέξεις πράξεις κάνετε.

Σε εσάς εγώ το χέρι τείνω,
μακριά από τα μασκαρέματα
εποχής που απαιτεί αντίτιμο
και την παλάμη να ντυθεί
το χρώμα του χρήματος
και φήμη απεγνωσμένα.

Αν κάποιοι μετράν την Τέχνη
με τη μεζούρα της βεβήλωσης,
εσείς τους σέρνετε μόνο με το δάχτυλο
μπροστά στο εδώλιο Δικαίου,
και ο αδέκαστος Κριτής η Ιστορία
τους καταδικάζει στην απελπισία.

Και πάντα με εσάς η Τέχνη
μπορεί να ελπίζει ότι θα γράφεται
ακόμα το όνομά της με Τ κεφαλαίο.
Και γράφεται!

"Υπέρ Προμηθέα Πυρφόρου"

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011

Στην κοιλάδα με τα ηλιοτρόπια


Έχω μελτέμι στο νου.
Σαν ανεμοδούρα συναντώ
στο γυάλινο του ματιού σου
τον εαυτό μου.
Τι εκεί που βλέπω
να μιλάς,
ν' αγγίζεις,
δεν είμαι εγώ
το παραμύθι σου.
Εγώ είμαι η Ιστορία
του σώματος.
Είμαι το χάδι ανέμου
στη σάρκα σου,
που σχεδόν διάφανη,
προσανατολίζεται
στο χρόνο.
Είσαι και συ
το σημάδι στην άμμο
που δεν πετρώνει
και αφήνεται
στο κύμα του χρόνου
να το σβήσει.
Δε μένεις.
Αθόρυβα περνάς
την κοιλάδα του μύθου
με τα ηλιοτρόπια,
χωρίς να λυγίσεις
και να σπάσεις
ούτε ένα.
Όχι σαν.
Ως ψυχή πλανιέσαι
και εδώ
όχι από κατάρα μάγου.
Από συναίσθηση
της ηρεμίας του ανεκπλήρωτου
που κατάφερες
να ξεσκαλώσεις από τ' άστρα.

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011

ΠΟΙΗΣΗ ΠΑΕΙ ΝΑ ΠΕΙ



ΠΟΙΗΣΗ πάει να πει,
Δεν κουρνιάζω δίπλα σε τζάκι
Και γράφω λεξούλες έρωτος
Και διθυράμβους ωραίων ημερών.
Πάει να πει, στάζω αίμα
Στην πάλη με φίλο-εσένα.
Πάει να πει, μελετώ τα σημάδια
που αφήνω στους άλλους και
Χαρακιές οι άλλοι σε μένα.

ΠΟΙΗΣΗ πάει να πει,
να βλέπεις στο σκοτάδι
και να μη θωρείς Ήλιο.
Το σκοτεινό μονοπάτι να το μετράς λεωφόρο
Και θάλασσα ν’ αντικρίζεις την έρημο.
Πάει να πει, να εκρήγνυσαι για να φωτίσεις.
Να  πατάς σκιά και ν’ αφουγκράζεσαι σιωπή.
Εκεί που το κουτσό μεταλλάσσεται σε τρέξιμο.
Ενώ εσύ ασθμαίνεις κόβοντας το νήμα νικητής,
ηττημένος απ' τον ίσκιο του.

ΠΟΙΗΣΗ πάει να πει,
Η στροφή του βλέμματος στο τέλος απ’ αρχής .
Το μεσουράνημα του έκπτωτου,
Ο υπολογισμός του αγεωγράφητου,
Ο κόσμος όλος στην άκρη μολυβιού,
Το προβλεπόμενο στο απρόβλεπτο,
Πάει να πει, το κέντρο στου κύκλου
Το Στερέωμα που σε περιβάλλει
Την ίδια ώρα που νιώθεις ύλη.

ΠΟΙΗΣΗ εντέλει πάει να πει,
Όχι σύνορο, αλλά φίλτρο ευ-θανασίας
Με γεύση πικρής Αθανασίας.
Χωνευτήρι οστών σημασίας,
Με ανελέητο σύμμαχο το μελάνι ψυχής.
Πάει να πει, μένω πίσω και ας έχω φύγει.
Έχω φύγει και παραμένω εδώ.
Αυτό που κάτι πάει να συλλαβιστεί ή να γίνει,
όταν άλλοι το ονειρεύονται μονάχα.

ΠΟΙΗΣΗ πάει να πει,
Το ερωτηματικό στο τέλος της πρότασης:
«ΠΟΙΗΣΗ, τι πάει να πει;»

 Μια άνω τελεία και ένα κόμμα στη μέση του άσπρου πουθενά.




Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

Από όταν διάβασα την πρώτη συλλαβή μου!

Εγώ δε μιλώ με συνθήματα και παραφιλολογήματα.
Μιλώ τη διάταξη ιδεών και το ύψος.
Δε στολίζω την αηδία για να τη χωνέψεις.
Κάθομαι και περιμένω στην άκρη να τη φτύσεις από το μέτωπο και το στέρνο σου.
Να πεις τι ήταν, αν ήταν, με υπομονή αιώνων.


Εγώ δεν έμαθα να μιλώ το χρώμα της εξαγοράς.
Μακριά κράτησα και μένα και τη συνείδησή μου από δαύτο.
Νύχτες πάλεψα με τα σεντόνια μου να ορκιστώ
ιερή εχθρότητα και απέχθεια σε ό,τι πήγαινε
να βλάψει τον άνθρωπο μέσα μου.


Εγώ δεν έμαθα να μιλώ στα δάχτυλα "μου κάνεις, δε μου κάνεις".
Σε υπολογίζω στο προσωπικό μου αριθμολόγιο σαν ένα.
Έτσι μετρώ και τις μέρες μου: σιγά, όχι δειλά.
Να μπορώ δηλαδή να κοιτώ και ήλιο και φεγγάρι.


Έτσι έμαθα να μιλώ, από όταν διάβασα την πρώτη συλλαβή μου!

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2011

ΦΕΥΓΑ ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ


 Φεύγα όσο μπορείς.
Από μίζερους τοίχους αυτιών.
Σοβατίσματα προσώπων πλαστών.
Από σκιές καλογήρων τύψεων.
Από απομεινάρια σκελετών συνειδήσεων.

Βγάλε στα πόδια σου φτερά.
Όσο μπορείς πιο μακριά, φύγε.
Από εκεί που ξυλιασμένα χέρια χαρακώνονται
στη θέα έντυπου χαρτιού τραπέζης.
Από εκεί που τα μπράτσα τρυπά η απόγνωση.
Από εκεί που τα παιδιά είναι κρέας.
Από εκεί που γυναίκες υπολογίζονται μόνο από τη μήτρα.
Από εκεί που σκουπίδια έχουν ανθρώπινη μορφή
και που ιδεαλιστές μάχονται σε λέσχες, φιλοσοφώντας.

Βγάλε φτερά και πέτα λεύτερος στην αγκαλιά αχτίνας.
Που ζεσταίνει τη γη, χωρίς να τη σκεπάζει.
Πήγαινε εκεί που το άγγιγμα είναι κρυστάλλινο νερό
και οι φωνές των άλλων κελάρισμα.
Ακούμπα στη γη τη βλογημένη
των συναισθηματικά δυνατών,
των γνήσια ωραίων.
Που πάντα δείχνουν με το χέρι τον ήλιο.
Που τον κοιτούν κατάματα.
Που δεν κρύβουν τη σκιά τους,αφού δεν έχουν.
Φτάσε εκεί που άνθρωποι ακόμα μετρούν άστρα.
Που γελούν, παίζοντας κουτσό.

Στον τόπο:
της ιερής ελιάς,
του αλμυρού νερού,
του ασβεστωμένου με ήλιο σπιτιού,
των σελίδων Ιστορίας,
των λίγων και εκλεκτών,
του χαμόγελου,
της αντίστασης,
της πορφυρής σκέψης,
της παλλόμενης καρδιάς,
του φιλόσοφου χειρώνακτα,
του αλύγιστου σπονδύλου μέσης,
των ακοίμητα σκεπτόμενων,
των όχι αναίτια επαναστατών,
της ειπωμένης αλήθειας,
της μεθυστικής αρμονίας,
του αλώβητου Έρωτα,
του οράματος και της δίψας για ζωή...

και της χιλιόχρονης κολώνας
Που ακόμα στέκει όρθια…
Παρόλους τους τυφώνες!

Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2010

Μια πυγολαμπίδα

Μια πυγολαμπίδα στα μαλλιά σου.
Διώχνει το έρεβος μακριά μου.
Φωτάκι φτερωτό
που γνέφει χάδι
για ψύλλου πήδημα
και κλείνει το μάτι
στην απορία
του λογικού μου.
Βαρυσήμαντες ανακοινώσεις
δε έχω πάλι σήμερα.
Κάτι ξωτικά σκέψεις
χορεύουν σε μπαλκόνια
στην πολιτεία μου.
Αλλά μου είπες,
θα τους κλέψεις
το μαντίλι τους το κόκκινο
και θα τα αιχμαλωτίσεις,
να χορεύουν μακριά μου.
Έτσι, για νά'χω τον Μορφέα
τις άυπνες νύχτες μου.
Να με βρει και μένα
η αύρα του λυκόφωτου
με κλειστά βλέφαρα.
Σε έχω όμως,
και χωρίς αυτά.
Και τούτο
μου αρκεί...
για να ξαγρυπνώ!

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010

Εγώ δεν έχω ευχές

Εγώ δεν έχω ευχές.
Μόνο το κεφάλι μου κουνώ
στα έργα του ανθρωπάκου
και δε χειροκροτώ.
Εγώ βλέπω μόνο άσφαλτο
λερωμένη, με ματιά λάβαρο.
Συνοδεύω με το βλέμμα
το σκοτάδι των ολίγων
που με την υπογραφή
του ψευδεπίγραφου
χαμόγελου υπνωτίζουν.
Και το κυνηγώ, την ώρα
που άλλοι προσπερνούν
με σακούλες πράματα
να τα δώσουν στις γιορτές τους,
μήπως και ξεγελαστούν όλοι μαζί.
Δεν έχω εγώ ευχές
στα χέρια μου
για χρόνια πολλά.
Τα καλά περιμένω.
Τα δώρα τα έσπασα,
τα πάτησα με πέλμα ατσάλι.
Αυτά τα έχουν ανάγκη εκείνοι
που φοβούνται το Θάνατο
που παρελαύνει,
μασκαρεμένος το Χρόνο.
Εγώ όμως το Χρόνο
κάθε μέρα αγκαλιάζω,
τον πιάνω από το μπράτσο
-σαν αιχμάλωτο-
και τον σεργιανίζω,
-ρακένδυτο,
άστεγο,
πεινασμένο,
άνεργο -
σε μέρη απάτητα.
Στα δικά τα λημέρια...
στου δρόμου το γυαλί!
Αυτόν αναγνωρίζω
οικογένεια.
Με τούτες τις μορφές του
γίνεται οι δικοί μου άνθρωποι.
Οι μόνοι που έχω!

Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2010

ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΗ


Στα άκρα με το δάχτυλο
αγγίζω νεφέλωμα.
Προπορεύομαι του θανάτου
μέσα από ρίζα αριθμού.
Καρπός στεκούμενος εναέρια.
Μια κίνηση αστράφει στο δικό μου γαλαξία.
Δεν είναι ο χτύπος καρδιάς που καθοδηγεί
την ουράνια αρμονία που δέχομαι.
Πετώ και απλώνομαι στο χάος,
χορευτής αέναης αριθμητικής.
Με βήματα στο σκοτεινό εκτελέσιμο
πλήρως εξοπλισμένα.
Κάνω κείθε και ακουμπώ τ’ αστέρια μου.
Κάνω δώθε και πιάνω γαλαξία συμμετρίας.

Έτσι θ’ αλωθώ μετά της ακολουθίας
εξισώσεων μοιραίων
του σκοτεινού σύμπαντος.
Έτσι θ’απλωθώ σκόνη αστρική
στον χαώδη αλγόριθμο.

Τι ήμουν πριν γίνω;

Τι θα είμαι μετά το τέλος;

Στο παρόν μου
Παρατηρώ το μέλλον,
Με καλειδοσκόπιο το παρελθόν.

Συστημικά εκτελέσιμη ενέργεια.

Έχω εμπεδώσει πυθαγόρεια
τη σοφία με το καρφί του ερωτηματικού.
Στο βάθος του γυάλινου βλέμματος με κοιτώ,
ντυμένη την άχλη του λυκόφωτος
των ρυθμικών αριθμών.

Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010

ΤΟ ΡΟ!

Αδειάζω από μέσα μου
ό,τι από τα λίγα
μαζί μου έφερα.
Όταν σήκωσα κεφάλι
αντίκρισα κενό,
που τό’χα προβλέψει.
Αλλά και πάλι
δεν αφέθηκα.
Είδα σε σένα πρόκληση
πρόσκληση ρήματος
Αποφάσισα πορεία.
Με τις συμπληγάδες
ανάμεσα στα φρύδια.
Βαθιά σκαλισμένες στο μέτωπο.
Και τις φέρω από τότε.
Όχι βαρέως, αλλά συνειδητά.
Σε αυτές αφήνομαι και χάνομαι:
Το όνομά σου και το βλέμμα σου.
Εκεί που πάω
να γείρω,
να παραδοθώ,
να αιχμαλωτιστώ,
κάτι μου θυμίζει πως υπάρχεις
και οπισθοχωρώ
από την Αιωνιότητα.
Να ζήσω θέλω.
Ακόμα λίγο.
Ακόμα πιο πολύ.
Για νά’χω χρόνο
στην εικόνα σου,
στη μυρωδιά σου,
στη φωνή σου.
Να περιλαμβάνομαι.
Εκείνο το ρο της ροής του Έρωτα
με παίρνει και με συνεπαίρνει
Πανταχόθεν.
Και με εγείρει δραματικά.
Συνηγορεί παντιοτρόπως δε, Υπέρ σου.

Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010

ΜΕ ΤΡΟΜΑΖΕΙ Η ΙΔΕΑ


Με τρομάζει η ιδέα να συνθλίβω
πρόσωπο για να επιβληθώ σε διάταγμα.
Συλλαβίζω πέταλα  λέξεων.
Με απουσία ανθρώπων, χτενίζω άστρα.
Βάζω δε, στο πέταγμά μου
λίγο ροδόσταμο και μικρή δόση σταύρωσης.
Προσωπικής αναμέτρησης με συνθήκες.
Δεν υπογράφω με παραγγελιές του συστήματος.
Αποφεύγω επιταγές και γραμμάτια.
Προτιμώ το  άγγιγμα στο χέρι.
Υπεράνω κειμένων νεκρών, ίπταμαι.
Αναζητώ ζωή συγκεκριμένα ασυγκράτητη.
Πανοπλία ιππότη φορώ
και χα’ι’δεύω ανεμόμυλους!
Δεν αγκιστρώνομαι σε πλανέματα όρκων.
Λεύτερη πετώ και πετώ.
Σε στιγμές πάνω πατώντας.
Στο αόριστο-χώρο και χρόνο.
Με ελπίδες φλούδες δεν πορεύτηκα.
Με στιγμές πανό πετώντας...
Γυμνή και περήφανη.
Γέννημα σποράς καλής!

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

ΠΑΡΟΝΤΕΣ


Στο πεζούλι της Ιστορίας
σας βλέπω πάλι μπροστά.
Στην καγκελόπορτα εκεί.

Μαρία-παρούσα!

Κώστα-παρών!

Ελένη-παρούσα!

Στέλιο-παρών!

Ανδρέα-παρών!

Βασιλική-παρούσα!

Ματωμένους, θυμωμένα παιδιά.
Μ’ ένα πένθιμο τσιγάρο στα χείλη,
καμπάνα παντελόνι, λερωμένο
με χώματα αγιασμένα.
Ένα χακί αμπέχωνο περασμένο
απάνω σας στρατιώτες
την ιερή ώρα,
σας στράτευσε το Ψωμί,
σας ετοίμασε η Παιδεία,
σας αγάπησε η Ελευθερία.
Μα και θλιμμένοι, χαμογελούσατε!
Έπειτα...
Σηκωθήκατε, ξεσκονίσατε τη σκόνη
που σας κάθισε ο χρόνος
και μαζέψατε το Διομήδη,
που’ταν μπροστά σας πεσμένος,
στο δεντράκι γερμένος,
ακόμα με μάτια ανοιχτά.
Με την παλάμη στον ώμο:
«Έλα σήκω, πάλι».
Τον στήσατε όρθιο.
Σταθήκατε μπροστά μου.
Η φωνή σας-μα την αλήθεια-
μου ιστορεί:
«Είμαστε μέσα,
με τα σκυλιά απέξω ν’ αλυχτάνε.
Μα δε φοβηθήκαμε,
Έξοδο κινδύνου ετοίμαζε
ο Οδυσσέας.
Πυρά στα φυλλάδια έχυνε
ο Ρήγας.
Τροφή μας έφερνε σε λαδόκολλα
η Μπουμπουλίνα.
Μας ψύχωνε με λόγο
ο Κολοκοτρώνης.
Και παρά’ κει τραγουδούσε
ο Ξυλούρης.
Και εσείς δεν είσαστε μόνοι».
Έπειτα πήρατε
τα στενά και απλωθήκατε στην πόλη.
Σας έκρυψε καλά η νύχτα!
Τριακοστή έβδομη νύχτα
κι απόψε.
Και απέμεινα να σας μετρώ
από καρδιάς.
Στη θέση σας.
Μπροστά στην καγκελόπορτα

Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2010

Πυρίχειος



Τους παλιούς μου φίλους,
άγνωστους συνάντησα
σε πορεία σκοτεινή
και άρχισα πάλι
το χορό του δρόμου,
μ'αγκαλιά διπλή
την ανάσα του διπλανού.
Χόρευε η πορεία
γύρω την πόλη,
σαν μπουλούκι ρημαγμένο,
σίγουρο και αβέβηλο,
στον καιρό παραζάλης
ανεμοσκόρπισμα ελπίδας,
με μάτια πύρινα
και χείλη μαύρα οπλισμένα.
Έτρεμε το πόδι να πατά,
που δε λεφτερωνόταν
να κλωτσήσει σαπίλα,
συρματόπλεγμα πολιτικό.
Η πορεία όλο και μάκραινε.
Κούτσαινα με το πόδι
βαρύ από αιώνες δεσμά,
βουβά ακολουθούσα και έσερνα
τον πυρίχειο ξανά και ξανά,
που μας κρατούσε δίπλα
με τον άλλο στους ίδιους δρόμους
και χτες, σήμερα πάλι και αύριο.
Κάνω πως ξέρω τα βήματα.
Μα κάποιος πιο έμπειρος με είπε
στο αυτί πως τούτα τα λέει η καρδιά,
όχι η λογική και έτσι δεν χαροπαλεύω
στο πέτρινο σεντούκι
που βάλθηκες να κλείσεις
τη ζωή μου ολάκαιρη,
που με των άλλων τις ζωές
μετρά χιλιόμετρα,
μετρά χιλιετίες,
μετρά με μέτρα αίματος.
Δεν κλείνεται σε μιας απόφασης
φέρετρο σιωπής.
Στον πυρίχειο πάλι θα μπαίνω
και θα μπαίνω, μετέχοντας
στο αγκάλιασμα,
γιατί με μάθαν η Ιστορία η μαμή
και η μητέρα μου η Γλώσσα,
πως δεν είναι άλλος χορός
πιο κοντά στο πένθος,
πιο κοντά στη δύναμη,
πιο κοντά στο θάνατο,
πιο κοντά στη λύτρωση!
Και έμαθα, τώρα στα γεράματα
τα βήματά του θαυμάσια...
και δεν κουτσαίνω πια!

Παρασκευή 5 Νοεμβρίου 2010

ΑΚΟΜΑ


Λίγος καιρός πάει και έρχεται
που μου στέρησαν τα παιδικά μου όνειρα
Έπαψα και εγώ να πιπιλώ το δάχτυλο.
Κατέβηκα στην αρχή μποσουλώντας
από το παιδικό μου κρεβάτι.
Άφησα γυμνά τα σεντόνια μου.
Εκείνα με τα λουλουδάκια
Που μου ΄χε χέρι αγαπητό κεντήσει.
Πήγα και ανδρώθηκα στα πεζοδρόμια.
Μέσα στ’ αγκάθια θορύβου και σαπίλας.
Πατώντας με γυμνό το πέλμα
έμαθα το κακό στην κούνια του.
Είδα να σέρνουν συμφέροντα ανθρώπους
Και αριθμούς να υπολογίζουνε κεφάλια.
Μαθήτευσα στα γόνατα της πόρνης.
Ακολούθησα τα βήματα του νταβατζή της.
Πέρασα από καφενεία που τζογάρουν την τύχη τους
ρημάδια κορμιά, μούσκεμα από το άμοιρο.
Ακόμα...
Άνθρωποι χωρίς πρόσωπο, περπατούν
με το κεφάλι στον τοίχο,
σήμα κατατεθέν υποταγής ανείπωτης.
Μάτια προβάλλουν από κάδους σκουπιδιών,
Ψάχνουν ίχνη περηφάνειας στ’ άπλυτα της πόλης.
Μπόχα δρόμοι και  λιμνάζοντα πάρκα.
Σύριγγες και χέρια τρυπημένα
απλώνονται μονοπάτι
και δείχνουν με το δάχτυλο
τον ουρανό που φέγγει με ήλιο δόντια.
Ποιητή μου σου θυμίζω το στίχο σου:
«Εκείνοι που έπραξαν το κακό
τους πήρε μαύρο σύγνεφο».
Και έχει μια λιακάδα.
Ακόμα ...

Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2010

Για έναν κότινο

Εν μέσω ψυχρής θεώρησης
και συγκαταβατικής
προσφώνησης θλίψεως,
προσπορίζω, χωρίς να ορίζω ήχους,
ανύπαρκτης χορδής κραυγή.
Μεταλαμπαδεύω αιώνων
σκωρίες σε δρόμους,
τρέχω χιλιόμετρα
για το κάλλος που πάει,
με προσπέρασε με χτύπους ετών φωτός.
Φορώ τα αθλητικά μου
και χύνομαι
ανάμεσα σε κτήρια λαμπρά
βεβαίωση τρανή
της παγκυριαρχίας κουλτούρας
που θέλει αίμα ανθρώπινο
και σάρκες να γεύεται.
Στην τρελλή κούρσα μου-θανάτου-
απομνημονεύω συγγράμματα
αρχαίων και κλέη ανδρών
και απολαμβάνω
μουσειακά το Παλαιό
σε μια χώρα
ελεύθερης πτώσης.
Ο εχθρός δεν είναι προ,
είναι εντός των τειχών
και τρέχω ν' αρνηθώ.

"Ίθι παιδίσκη αρχαίων Ελλήνων και νυν βαρβάρων".

Τα πόδια στην πλάτη
και με ψυχή δαγκωμένη στο στόμα.
Λύτρωση δεν προσδοκώ,
ούτε ανάσταση νεκρών.
Μόνο καραδοκώ.
Γνήσια περίεργη, αρνήτρια!
Τουλάχιστον αντιστέκομαι
-όσο με βαστά το μυαλό-
σε πτωματικές πρακτικές!
Για έναν κότινο...που λέει ο λόγος!

Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010

Πανηγύρεως απέχου και μη ανέχου

Βγήκα από τη στενή μου είσοδο.
Παράτες και παρελάσεις πάλι σήμερα.
Πρέπει να ξεχάσουμε την έλλειψη.
Στοιβαγμένοι όλοι στο απύθμενο κενό,
ακολουθούμε το βήμα της πάπιας.
Μπροστά το ταμπούρλο της κοιλιάς
συνεπαίρνει τα πλήθη των παλιάτσων.
Χαιρετούρες και σημαιάκια κλώθουν
δώθε-κείθε, μήπως και ξεσηκώσουν
τη μνήμη, και κοιμήσουν το παρόν.
Έν-δυο, μη καθαρά σκεφτείς.
Απόλαυσε το σούπερ θέαμα.
Εν-δυο, εδώ ποζάρουν σούπερ σταρς
και σήμερα, των υπερκαναλιών παραθυρόφιλοι.
Αυτοί σου προσφέρουν θεάματα,
αλλά τον άρτο σού τον κλέψανε
μέσα από τη χούφτα.
Ανεβασμένοι πάνω σε εξέδρες
ανά τις πόλεις-στρατόπεδα,
κάμουν πως περηφανεύονται
για παλαιά και ένδοξα κλέη
και παραδίπλα μια γριά που κλαίει,
σίγουρη πως η Ανάσταση ακόμα αργεί.
Εν-δυο, απόλαυσε χωματερές σκέψεων,
πλήθος κοράκια που σκαλίζουν υπερσυντέλικους,
από αυτούς να κρατηθούν στο μυαλό των ανέργων.
Τρώνε ήρωες και ξεσκίζουν το όραμα
αλλοτινών μεγαλείων, στο διηνεκές.
Εν-δυο, σου λέω, η μπάντα δίνει ρυθμό.
Εν-δυο, σημαίνουνε κουδούνια.
Στο θίασο αυτό με τον καρνάβαλο
σε πρώτο πλάνο, μη γίνεις θεατής.
Η Ιστορία δε ζήτησε πανηγύρια.
Σεμνότητα της πρέπει και περίσκεψη.
'Οχι χυδαία σκηνικά, κουστούμια ελλείψει γνώσης.
Τι Ιστορία να τιμήσεις, όταν τώρα προσκυνάς ;
Εξάλλου, και πάλι Κατοχή έχουμε.
Από τους ίδιους που μας ξεπούλησαν
μες το μεθύσι μας την πατρίδα.
....
Περασμένα μεγαλεία, φίλε,
και διηγώντας τα να κλαις!

Τον Άγνωστο Στρατιώτη
τον σκοτώνουνε και πάλι.
Σε ακήρυχτο πόλεμο.
Υπερασπίσου τον, για μια φορά.

Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2010

ΣΤΟ ΚΑΡΦΙ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ

Σήμερα έβγαλα έναν αγαπημένο μου πίνακα βόλτα.
Τον πήρα παραμάσχαλα και τον αέρισα.
Τον έδειξα στην πόλη.
Μια πόλη είδε την ομορφιά να περιφέρεται.
Θάλασσα πλατιά παντού γαληνεμένη.
Με κύμα να σκάει απαλά σε γυμνή παραλία.
Και ήρθε η αλμύρα και πότισε στενά και σοκάκια.
Σαν αλχημιστής έβαψα τοίχους γαλαζοπράσινους,
τα μουντά κτίρια ασπρουδερά χωριουδάκια.
Γέμισα άμμο τα πεζοδρόμια και κοχύλια σωρό.
Όσο διάβαινα η πόλη φορούσε παρεό και κοντομάνικο.
Στολιζόταν καλοκαίρι, με νοτισμένο αέρα.
Μύριζε πευκοβελόνα και φασκόμηλο.
Άρχισαν να φωνασκούν και τα τζιτζίκια.
Παραμέριζαν τα γκρίζα σύγνεφα
και γέμιζε η πόλη παιδιά και κουβαδάκια.
Μόλις χόρτασα την πόλη γέλιο,
μόλις την τάισα φραγκόσυκα και αμπέλι,
και άφησα καΐκια στις πλατείες,
πήρα τον πίνακα και τον επέστρεψα.
Στο καρφί λογικής που του ανήκει.

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010

Στο δια ταύτα!

Και είμαστε πάλι στο
"δια ταύτα".
Μια οριζόντια γραμμή
στην καρδιά σου.
Δε δείχνει παλμό.
Δείχνει έρεβος και νύχτα.
Πάλι σακατεμένη ευθεία
βρέθηκε το καρδιογράφημα.
Πάλι οι ιατροί υπολόγισαν
ώρα θανάτου.
Και ξανά δεν άκουσες των ζωντανών
τις λέξεις.
Κρύφτηκες και είπες να υποπέσεις
σε θάματα και τάματα και μοιρολόγια.
Μα οι νεκροί βρίσκονται
σε άλλη διάσταση.
Λένε πως ζωντανεύουν μόνο
ξημερώματα στις σκέψεις μας.
Και το πρωί ξανά, πεθαίνουν.
Εσύ-τόλμα το- να μάθεις
να συγκαταλέγεσαι
ακόμα στο ανάμεσά μας.
Είναι γλυκιά η ζωή
και χωρίς σειρήνες,
χωρίς τη μήτρα που σε γέννησε.
Χωρίς τα μάτια που σε θωρούσαν.
Χωρίς τη δίψα άλλωστε,
χωρίς τον πόνο,
χωρίς ούτε ένα τραύμα,
χωρίς μια δόση απελπισίας...
Δε θά' σουν ακόμη ζωντανός!
Τουλάχιστο, σεβάσου τούτη την παράταση!

Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2010

Μεθυσμένος που κρατά σημειώσεις

Από ψηλά
κοιτώ στο πίσω του χρόνου
πολύ.
Μια σπιθαμή γης ψάχνω
να βρω, ν' αποθέσω
το Σύμπαν μου
ολάκερο, γαληνεμένο
στο ακέραιο.
Είπα να το κάνω
μέσα από φακό.
Σε τούτη τη φωτογραφία
που τραβά τα ζόρια της,
ξέχασα να βάλω
δόση από φιλότιμο
και λίγη πόλη.
Είχε βρέξει
κομμάτια σύννεφα
και δε μου περίσσευαν
δάκρυα.
Τούτο το καλοκαίρι
μοιάζει με φθηνό φθινόπωρο,
έτσι όπως μούσκεψαν
οι μέρες του μέλλοντος.
Μα...
Σκοπεύω
και άλλα τοπία μαζί σου,
άμα γυρίσεις.
Προς το παρόν,
ρυθμίζω τα ζύγια στο φακό.
Το ότι μένω πίσω, δεν το θέλω.
Μου αρκεί όμως, που σε νιώθω
στο παρόν μου.
Και έτσι καλά κρατώ
ισορροπίες,
κρεμασμένη από το βράχο
μιας άκρης.
Εγώ ξέρεις, δε θα ταξιδέψω
φέτος.
Θα μείνω άνθρωπος πιστός
στη μνήμη.
Και όσο λείπεις,
κρατώ τοπία
στις άκρες των δαχτύλων
για να δεσπόζουν στα μάτια μου.
Θα πλανιέμαι άσκοπα
και θα κερνώ κρασί κόκκινο
τους απορημένους διαβάτες.
Εγώ ξέρεις, δε θα ταξιδέψω
φέτος.
Θα περπατώ
σαν ξένος στα γνώριμά μας.
Κάποιος μένει
πάντα στις επάλξεις.
Έτσι το θέλει
ο θρύλος του έρωτα.
Έτσι το γράφει
το παραμύθι του.

Κάποιος μεθυσμένος
που κρατά σημειώσεις...