Τα μάτια του Ρα...

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΡΑ ...γέννησαν άλλο ένα blog,
το "Σαν τατουάζ"!
Το νέο blog είναι όμως για γερά νεύρα! Δηλαδή:
http://like-tatoo.blogspot.com/

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2008

ΣΤΟ ΟΜΟΛΟΓΩ!

Άνοιξε η πόρτα και το φως χύθηκε ως εκεί που άντεχε να φτάσει. Μυρωδιά γαρδένιας απλώθηκε παντού και βασιλικού και μια νότα από μουσική από κάποιον τζίτζικα που φρενίτιδα τον είχε πιάσει και δεν έλεγε να σωπάσει... Η φιγούρα του σώματος που αγαπώ διαγράφεται, τυλιγμένη σε μια λάμψη εκτυφλωτική που έρχεται από τον έξω κόσμο... Υγρή από το νερό που μόλις τη δρόσισε.
Νοτισμένα πατήματα αφήνουν τα ίχνη στις πλάκες του παλιού σπιτιού,... κάπου στην Κρήτη. Με ήχο εξίσου υγρό... Έξω μια κάψα από τον Λίβα και το θερμόμετρο να πυρακτώνει το μάτι. Το σώμα ακούμπησε βρεγμένη πετσέτα απαλά σε μια ξύλινη καρέκλα, φοβούμενο πως θα με ξυπνήσει ο θόρυβος... Αλλά εγώ είχα μισανοίξει το βλέμμα και οι αισθήσεις που απέμεναν, χόρευαν τρελά, παρασύροντας τον εγκέφαλό μου να πάει και να κολλήσει σε ' κείνο το άρωμα γαρδένιας με λίγο βασιλικό... Όλο το κάτω δωμάτιο πλημμύρισε άρωμα. Οι τοίχοι , τα ξύλα έως και τα πιάτα-στολίδια που κρέμονταν στους τοίχους...όλα ένα σε μια σύνθεση από όνειρο, από κομμάτια παζλ που το μυαλό μου προσπαθεί να συνδυάσει και πάλι, γιατί από τότε πάει καιρός πολύς.

Το' χα το όνειρο! Το' χα στο χέρι μου και πάλι χτες το βράδυ.

Ξύπνησα αλαφιασμένη σε δωμάτιο μιας παλιάς πολυκατοικίας στο κέντρο της Αθήνας, με τα αυτοκίνητα να φρενάρουν και να κορνάρουν, να λείπει το οξυγόνο και με τα συμπτώματα εκείνα που ο νους θέλει μόνος του να κάνει παιχνίδι και να γυρίζει σε ό,τι αναζητάμε σε στάση ικεσίας πλέον, πιο πολύ. Ξύπνησα ζαλισμένη, προσπαθώντας να επαναφέρω το όνειρο και πάλι. Να το ζωντανέψω, να το κρατήσω όσο γίνεται ζωντανό... Ξύπνησα και για να πείσω το μυαλό μου να σταματήσει και να μαλώσω τον εαυτό μου για να συνειδητοποιήσει πως όλο τούτο ήταν μια ευτυχής, αλλά ψευδαίσθηση.
Ήταν;
Το παράδοξο, είναι πως και εδώ, μέσα σε όλο το κακό που φέρνει ο χειμώνας μαζί του, στη μύτη μου φτάνει ακόμα το άρωμα γαρδένιας... με λίγο βασιλικό...

ΣΤΟ ΟΜΟΛΟΓΩ!


Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2008

ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ

Είχε μάτια καθαρά. Δυο λάμψεις από το Σύμπαν. Και απλώνονταν όλα τ' άστρα-χρόνια φλογισμένα στα πόδια της. Σε όνειρο είχε ακούσει φωνές απόκοσμες να της ζητούν να τα ονομάσει.
Μεσάνυχτα και κάτι...
Πήρε μολύβι και χαρτί και έναν χάρτη του ουρανού, που βρήκε μέσα στο παλιό με τους καθρέπτες σπίτι, και βγήκε στο μπαλκόνι. Έτρεξαν τα μάτια της στο σκοτεινό ουρανό.
"Μικρές φωταψίες μου" είπε, "για να σας γνωρίζω ένα-ένα και για να μη σας ξεχάσουν οι άνθρωποι που λησμονούν, εγώ θα σας δώσω ονόματα, απρόσμενα, ανάρπαστα... γεμάτα από τη φαντασία μου. Το λοιπόν αρχίζω:
Πολυδεύκη εσύ, έτσι θα λέγεσαι από τώρα και για πάντα. Τ' όνομά σου θέλω να θυμίζει λίγο μυθολογία. Με τον Προκύωνα θα τα μιλάς όλα τα πάθη των ανθρώπων, ν' ακούει και ο Σείριος, μυρίζοντας το άρωμα του Βασιλίσκου. Και έτσι όπως θα συναντιέσαι στο σκοτεινό του ουρανού και με την Αίγα, εκείνη που ποτίζει με γάλα το Ποτάμι του Ιορδάνη που απλώνεται γαλαξίας χυμένος στο μαύρο, θα δίνει να πιεί και λίγο και ο Κάστωρ, που μικρός λυπόταν και έκλαιγε , όταν ο αδελφός του δεν τον έπαιζε. Και καθώς ο Αρκτούρος θα είναι πάντα υψιπετής, ο Κένταυρος θ' αφήνει μουσική θεσπέσια να πλανάται στα νεφελώματα, ν' ακούει ο αστερισμός του Λύρα και να ευφραίνεται. Άσε να νομίζουν οι άνθρωποι πως το Σύμπαν σιωπά. Η μουσική του αρμονία θ' ακούγεται μόνο στα εξασκημένα ώτα...
Εσύ Μπελατρίξ δίπλα στον Ωρίωνα-αστερισμό, θα έχεις να λες παραμύθια από εποχές που' θέλαν τους άνδρες ιππότες και ρομαντικούς γενναίους, νύχτες μέσα στο χειμώνα.Ο Αντάρης σαν άλογο θα καλπάζει και με ζέστη και με κρύο, χωρίς οι οπλές του να πατούν τον Στάχυ, που θα φαίνεται πολύ τα καλοκαίρια από τη Γη.
Ρίγκελ, Αχερνάρ, Αλταίρ, Μπετελγκέζ, Αλδεβαράν, Φομαλχούτ, Ντένεμπ, θα πάρετε τα ονόματα ποιητών και λογίων, ζωγράφων και γλυπτών, μουσικών και επιστημόνων που δε γεννήθηκαν ακόμα. Για νά' χουν την ελπίδα οι άνθρωποι πως η ελευθερία τους κάποτε θα έρθει, από εκεί ψηλά που κοιτούν. Η Αδάρα θα γνέθει τα όνειρα των παιδιών, μήπως και τα πείσει να μη μεγαλώσουν ποτέ. Και ο Σκορπιός να συμβολίζει, θέλω, το πάθος κάθε στιγμής, ενώ ο Κάνωβος θ' αφήνει σύννεφα ουρά, αψηφώντας ό,τι λέγεται για νέφος τοξικό.
Η Βέγα θα πλάθει την τροφή όλων σας -ψωμί σαν αυτό που φτιάχνει η μαμά μου- για να μην πεινάσετε ποτέ.
Και επειδή ο Ρίγκελ και ο Κένταυρος είναι από μικροί φίλοι αδελφικοί, ένα από εσάς θα το ονομάσω Ρίγκελ Κενταύρου, για να έχει η φιλία το νόημά της στο Σύμπαν, δίπλα στους Σταυρό Α και Σταυρό Β που ορκίζονται κάθε τόσο ότι είναι ερωτευμένοι με την Μπελατρίξ και γι' αυτό συχνά πειράζουν ο ένας τον άλλο.
Εγώ τώρα θα πάω να κοιμηθώ. Κουράστηκα να προσπαθώ ονόματα να δώσω στο φως σας. Καληνύχτα μικροί μου φίλοι, που λάμπετε, χωρίς ποτέ κανείς να σας ανάψει.
Εγώ σας ονομάτισα, για να σας φωνάζω στα όνειρά μου και να έρχεστε".

Και έγιναν όλοι σύντροφοί της τα βράδια. Όλα τα βράδια...


ΣΑΝ ΤΟ ΚΥΜΑ

Σαν το κύμα, που φωτογράφισα, σχεδόν κρεμασμένη στο κενό, από την κουπαστή ενός πλοίου...

Και είδα... και τι δεν είδα!

Σε είδα εκεί!

Σαν σε όραμα

Σαν οπτασία

Σα φαντασία...


σε είδα...

Με μαγεύει το κύμα.

Όταν η πλώρη το αφήνει σα σημάδι
σε άφαντους δρόμους θάλασσας.

Και ας σβήσει μετά.
Από εδώ, ξέρω ότι έχω περάσει.

Το προσωρινό δεν το φοβάμαι
και δεν το φοβήθηκα ποτέ!
Δε με πειράζει διόλου!

Εγώ το έχω δει...

Το κράτησα βράδια πολλά
στην αγκαλιά μου
και μαζί του
νανουρίστηκα.

Το κύμα το βρίσκω μπροστά μου:
ατίθασσο,
ανέμελο,
μπλε μέσα σε άσπρο,
δυνατό, ασυγκράτητο...

Εγώ το έχω δει...

Κοιμήθηκα στα χέρια του
νύχτες πολλές
και άκουγα την ανάσα του,
να έρχεται, να φεύγει...

Εγώ το έχω δει...

Έπαιξα μέσα του.
Γέλασα και έμπλεξα τα δάκτυλα
μες τα δικά του,
για να το κρατήσω λίγο ακόμα...

Έχω και την εικόνα του.
Εκεί...

Όσο μπορεί το μάτι ανθρώπου να δει,
εγώ βλέπω κύμα.

Μίλησα μαζί του
και έκλαψα,
και ησύχασα,
και αστειεύτηκα
και πάλι...

Δε μου φτάνει...

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2008

Όμορφη στιγμή, όμορφο αυτό που νιώθω....

Σιωπή...
Σιωπή, σου λέω...
Μην τολμήσεις αυτή τη στιγμή να μου θίξεις
το μπλε!

Όμορφη στιγμή, όμορφο αυτό που νιώθω...
Είναι που αντικρίζω ό,τι πιο πολύ αγαπώ...
Σαν ανάμνηση απ' όταν ήμουν ακόμα σ' άλλη ζωή.

Σιωπή, επιτέλους!
Ν' ακούσω το χαμόγελο.
Δύτης εγώ και βούτηξα βαθιά και το βρήκα πάλι.
Και τώρα το κραδαίνω σαν έπαθλο,
σαν τιμαλφές που' χα χάσει από καιρό
και τώρα το'χω πάλι.


Όμορφη στιγμή, όμορφο αυτό που νιώθω...
Μη μιλήσεις διόλου.
Άσε το κύμα να τα λέει όλα.
Ο παφλασμός να σιγοψιθυρίζει στίχους παλιούς,
μ' αγαπημένους:

Για τα μάτια εκείνα που πολλοί τα λαχτάρησαν,
μα εγώ τα λάτρεψα.

Και είδα ν' αντιφέγγω στο βάθος τους και ζαλίστηκα,
λες και είχα πιεί κρασί.


Για το βλέμμα εκείνο που μιλά για ποταμούς αγάπης.
Και σε αυτούς εγώ κολύμπησα, δροσίζοντας καμμένη σάρκα.

Για τα χέρια που με άγγιξαν,
χωρίς "γιατί" να περιστρέφονται ολούθε.

Και σε αυτά εγώ αφέθηκα-μωρό-έγειρα και αποκοιμήθηκα.

Όμορφη στιγμή, όμορφο αυτό που νιώθω...
Μη μου τη χαλάσεις, να χαρείς!

Έχεις την τάση όλα να τα σχολιάζεις.
Δώσε τόπο στη σιωπή και άσε με εμένα μέσα στο μπλε.

Και επιτέλους, σώπασε!
Μελέτησε το ζωντάνεμα
του χρώματος,
της αφής,
του συναισθήματος,
της αίσθησης,
της πλήρωσης...

Και αν έχω ένα μάτι πράσινο για tattoo στ' αριστερό μου χέρι,
είναι που έτσι το θυμόμουν, έτσι το νοσταλγούσα...

να με κοιτά...
και σιγά-σιγά...
Να γίνεται μπλε σαν μια Θάλασσα-Σιωπή!

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2008

ΝΑ ΜΕ ΘΥΜΑΣΑΙ ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΥ, ΑΝ ΑΝΤΕΧΕΙΣ!!!!

Με πλημμυρίζεις όλο θάλασσα.
Σαν αυγουστιάτικη σελήνη με κύματα ουρά.
Αυτό στο έχω πει και γέλασες...

Στο λέω: δεν υπομένεται το Αύριο.

Θυμάσαι; Γιατί εγώ ακόμα Θυμάμαι!

Έχω τη βέβαιη σφραγίδα του ξεχωριστού και εσύ τη φέρεις βαθιά στο μέτωπο το εκλεκτό.

Σα μια κηλίδα αίμα, που δηλώνει πως: "το ανάρμοστο μπορεί και αρμόζει".

Το Αθάνατο ισοφαρίζει με τη νίκη του πάνω στο Χρόνο. Στο' πα μια φορά και τό'μαθες.

Έχει και χάρη και ο πόνος που θα βιώσουμε. Γιατί και αυτό θα γίνει...

Είναι που μελετούμε μαζί τ' ανθρώπινα και αναγνωρίζουμε τα ψεγάδια τους.
Είναι που το φως της μέρας δεν αρκεί και μας παίρνει το ξημέρωμα.
Είναι που σαν πλήκτρα οι λέξεις ηχούν και ερωτεύονται τα χέρια μας.
Είναι που έχουμε το άσπιλο και αμόλυντο πάνω στα σεντόνια μας.
Είναι που επέμεινες και εγώ έφευγα και όμως είμαστε μαζί.
Είναι που σκληρά αναμετριέμαι με το χρόνο και εσύ τον κλωτσάς.
Είναι που φυλάκισες τους εφιάλτες μου και τώρα τους χλευάζεις.
Είναι που θες να μάθεις να μετράς τ' άστρα και πρόθυμα δέχτηκα.
Είναι που θέλω να σ' έχω κοντά μου και δεν μπορώ να σ' έχω.
Είναι που η επόμενη μέρα σου θα φέρει το Τέλος της Αρχής μας.
Είναι που σαν παραπονεμένο παιδί, θα κάτσω κάποτε στην άκρη.
Είναι που θα γευτώ τη θλίψη σε διπλό ποτήρι μόνη...

Είναι που όλα αυτά θά' ναι σαν λεζάντα στο όνομά σου:
ΝΑ ΜΕ ΘΥΜΑΣΑΙ ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΥ, ΑΝ ΑΝΤΕΧΕΙΣ!!!!


ΕΝΩ ΕΣΥ ΚΟΙΜΑΣΑΙ...

Ενώ εσύ κοιμάσαι, εγώ αδυνατώ να κάνω το ίδιο. Ανεμοστρόβιλος έγινες... Μπήκες στη ζωή μου και όλα τ' ανέτρεψες. Έτσι φυσικά, αναπάντεχα, μοναδικά. Μια κίνησή σου, ένα άγγιγμά σου, η φωνή σου από το τηλέφωνο έστω, και' κείνο το βλέμμα σου, το ανοιχτόχρωμο στις κόρες του, που το' χω και το κοιτάζω στις φωτογραφίες -λίγο χαρούμενο, λίγο πονηρό - που δεν πρόλαβες ν' αντιληφθείς ότι τις τράβηξα...
Εδώ, σε υπόγειο χωμένη, μπροστά σε οθόνη ενός ψυχρού υπολογιστή, νά' ξερες πώς τ' αναζητώ... Αυτό το βλέμμα. Μου' χεις γράψει σε κάποιο χαρτάκι πως εύχεσαι - αν θυμάμαι καλά - ό,τι μου αρνήθηκε τούτη η ζωή, να το βρω στην επόμενη... εγώ, λέω, πως το' χω ήδη βρει και δεν το ξέρεις! Τυχερή εγώ που σ' αγκάλιασα. Τυχερή εγώ που σε λάτρεψα. Τυχερή εγώ που σε είδα, που βίωσα μαζί σου την αγάπη.
Δεν ξέρω μάτια μου, μη με ρωτάς! Δεν ξέρω πόσο θα είμαστε μαζί και πόσο η απόσταση θα μας πληγώσει. Δεν ξέρω αν τα βήματά μας θά' ναι πλάι-πλάι και για πόσο. Ξέρω μόνο πως θα φύγεις εσύ πρώτα... γιατί το λίγο της ζωής δε σε χωρά! Το λίγο της φωνής μου κάποτε για σένα πια δε θα μετρά... Το χαμόγελό μου σε μερικό καιρό δε θα σου χαμογελά και η ματιά μου δε θα σε συναντά...
Όμως, ευχαριστώ τη Μοίρα μου και ευγνωμονώ που βρεθήκαμε, που ζήσαμε δίπλα-δίπλα εκείνο το συναίσθημα του ΄Ερωτα θεού. Που μπήκα στο Ναό σου και προσκύνησα. Που δίψασα και μου΄δωσες να πιω και έκλαψα και βρήκα να κουρνιάσω και πόνεσα και είχα εσένα να μ' ακούσεις.
Μην την κακολογείς τη Μοίρα μου άλλο, να χαρείς. Ναι, ξέρω... δε μου στάθηκε φίλη καλή. Πάλεψα μαζί της και πιάστηκα πολλές φορές στα χέρια, που άλλοι είχαν απλόχερα ό,τι εγώ δεν είχα ποτέ! Μην της κρατάς κακία, που εγώ, για να ζήσω, πάνω σε δυο ρόδες γυρίζω τον κόσμο όλο και περπατώ τα βράδια μόνη στους δρόμους με φεγγάρι και χωρίς, που δε γνωρίζω γιορτές και σχόλες, που ζω μόνη στιγμές κρυφές απ΄όλους που νομίζουν πως με ξέρουν! Μόνο εσύ... Εσύ ξέρεις πόσο με πονά η ζωή μου...Εσύ μόνο ξέρεις πόσο δυσκολεύομαι ν΄ανέβω την ανηφόρα της... Εσύ μόνο ξέρεις πως σε λίγο καιρό ό,τι ζήσαμε θα τ' αναπολούμε και οι δυο...
Γνώρισα εσένα και άλλαξαν όλα. Στο' χω πει πολλάκις και μου το' χεις πει και 'συ. Τι άλλο να ζητήσω; Μια μόνο χάρη να μου δοθεί: να μπορέσουμε έστω για μια φορά ένα ηλιοβασίλεμα σαν και αυτό που σε ανύποπτο χρόνο απαθανάτισα, αγκαλιά για μερικά λεπτά να μας βρει!

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2008

ΣΑΝ ΠΛΑΤΑΝΟΦΥΛΛΟ ΣΤΟ ΝΕΡΟ

Ήμουν σε παραλία...αραχτή...Όλα, τα της Αθήνας, φάνταζαν κακό όνειρο. Η θέα και η αίσθηση της θάλασσας απίστευτη. Κάπου στην Κρήτη χαμένη, με πεταμένο το χάρτη στον πάτο του σακιδίου μου...κατάλαβα πως δεν τον χρειαζόμουν πια, μετά από δυο μέρες. Δε χρειάζεσαι τίποτα για να περπατήσεις στον Παράδεισο. Ήμουν απλώς στο τέλειωμα ενός φαραγγιού που οδηγούσε σε μια παραλία-όνειρο. Μόνο μια ταμπέλα στη μέση του φαραγγιού υπενθύμιζε στους επισκέπτες του ότι η ορθοδοξία και στον παράδεισο απαγορεύει το γυμνισμό!
Μια ομάδα νεαρών, κορίτσια και αγόρια, μόλις κατέφθασαν και άπλωσαν ψάθες και ομπρέλες, φωνάζοντας και γελώντας... Άλειφαν ο ένας τον άλλο με κρέμες και αντηλιακά, που έφταναν ως τα ρουθούνια μου. Μπερδεμένες μυρωδιές με φωνές και αντάρα! Η ήσυχη παραλία ταράχτηκε! Μαζί της και εγώ. Θυμήθηκα το κέντρο της Αθήνας στις ένδοξες στιγμές του κορναρίσματος, του φρεναρίσματος, του θυμού και της βιασύνης... Πάει ο Παράδεισος...
Και τότε....Ξεπρόβαλε από το πουθενά... πίσω από κάτι πικροδάφνες. Μόνη της! Ήταν δεν ήταν 21 ετών! Μόλις έφτασε, χωρίς να κοιτάξει δεξιά και αριστερά και έπειτα αργά, νωχελικά, απελευθέρωσε το καστανόξανθα μαλλιά που τα συγκρατούσε έως τότε δεμένα. Χωρίς ψάθα και κρέμες και αντηλιακά και καπελάκι...Ένα μακό μπλουζάκι και ένα σορτσάκι όλο και όλο το οπλοστάσιό της μπροστά στο απέραντο γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας...
Και τότε...με αργές κινήσεις πέταξε τα ρούχα της... Τ' ακούμπησε στην αμμουδιά και με μια βουτιά τυλίχτηκε μέσα στο γαλάζιο του νερού. Την έχασα από τα μάτια μου... Τα γέλια και οι φωνές των συνομηλίκων της κόπηκαν μαχαίρι... και η ανάσα των αγοριών, υποθέτω...
Αν και ήμουν ξαπλωμένη, ανόρθωσα το σώμα μου και καθιστή παρακολουθούσα μια την παρέα των βοώντων που σιώπησαν και μια το σημείο που το γυμνό κορμί βούτηξε! Ήταν το σκηνικό προς παρατήρηση και μελέτη άξιον...
Σε λίγα δευτερόλεπτα το σώμα στη θάλασσα αναδύθηκε. Η παρέα ακόμα άφωνη. Αργά κολύμπησε το σώμα προς την παραλία και βγήκε...Περπάτησε μερικά βήματα ως τα ρούχα του και ξάπλωσε δίπλα τους. Γυμνό πάνω στα γυμνά βότσαλα. Τα βλέμματα των αγοριών στραμμένα προς το σώμα...Τα πρόσωπα των κοριτσιών με ματιές που ζήλευαν την τόλμη του...
Ο Παράδεισος ξαφνικά βρήκε πάλι το χρώμα και τη γαλήνια σιωπή του. Το σώμα επανέφερε την τάξη, πέρα από κανόνες και νόμους. Φάνταζε σαν πλατανόφυλλο σε νερό, έτσι όπως ήταν πεσμένο κάτω. Τι πιο φυσικό! Και εμείς ντυμένοι δίπλα του φιγουράραμε όλοι... οι δειλοί, οι "ηθικοί", οι πολιτισμένοι...αταίριαστα κομμάτια μέσα σε αυτήν τη φυσική εικόνα...την εικόνα του απλού, του αληθινού και του ωραίου...
Η παρέα βιαστικά πήρε το μπάνιο της και μετά μάζεψε όλα τα υλικά της αγαθά και την έκανε...για αλλού. Λίγο αργότερα έφυγα και εγώ. Και έμεινε το Πλατανόφυλλο να βρέχεται πότε από το νερό και πότε να λιάζεται κάτω από τον ήλιο...
Εξάλλου εμείς ήμαστε παρείσακτοι... Αυτό όμως; Ήταν ο τόπος του εκεί και εκεί θα έμενε!

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2008

ΜΕΧΡΙ ΠΟΥ ΕΓΙΝΑΝ...

Την είδα πριν χρόνια. Αραγμένη, σιωπηλή, απόμακρη, να κάθεται στην άκρη και να περιμένει το μεγάλο ταξίδι...Ν' ανοίξει πανιά και να γνωρίσει τα κύματα, τη γεύση της αρμύρας...την ομορφιά της θάλασσας...
Όχι, δεν μου προκαλούσε μελαγχολία. Ήξερα ότι η μορφή της απέπνεε μια δυναμική άνευ ορίων. Είχε τη συντεταγμένη διαταγή από το σχήμα της να κολυμπήσει σε πολύ βαθιά νερά...Μόνο που δεν το ήξερε ακόμη...
Ώσπου ήρθε η Μεγάλη Ημέρα. Ο καπετάνιος της την πλησίασε, με τα δάχτυλά του την άγγιξε, τη χάιδεψε, της ψιθύρισε γλυκόλογα που μιλούσαν για την καμπυλότητα των Ωκεανών, τη δύναμη του Αιόλου, το είδωμα άγνωστων νησιών, τα απάνεμα λιμανάκια και τους μικρούς κολπίσκους που μαζί θα γνώριζαν...
Έπειτα σιγά-σιγά την έσυρε από την αμμουδιά στο νερό. Και εκείνη με μιας λικνίστηκε απαλά. Γιατί με μιας κατάλαβε ότι ήταν φτιαγμένη για το νερό, για το ατέλειωτο ταξίδι της ζωής... Και αυτός με ένα σάλτο, βουτηγμένος ως τα γόνατα στο νερό, ανέβηκε απάνω της. Κάθησε μέσα της, και άρχισε να σηκώνει ένα πανί. Το πανί της! Που είχε ρίγες Μπλε και Άσπρες. Αυτές...στο χρώμα της θάλασσσας...στο χρώμα του σύννεφου... Και τους είδα ν' απομακρύνονται... Αγκαλιά! Ο ένας χωμένος στην ύπαρξη του άλλου. Και οι δυο χωμένοι μέσα στο Μπλε της θάλασσας.
Απόμεινα στην παραλία μόνη, έκπληκτη από την εικόνα που έβλεπα.Το χέρι μου δε σηκώθηκε για να τους απαθανατίσει με μια φωτογραφία. Δεν μπορούσε να βεβηλώσει τον Έρωτα που ένιωθαν οι δυο τους...Τόσο γαλήνιοι, τόσο ταιριαστοί, τόσο ίδιοι...
Μέχρι που έγιναν...μια τελεία.
Μέχρι που χάθηκαν από τα μάτια μου, την ώρα του δειλινού...

Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2008

ΜΕ ΔΥΟ ΣΑΓΙΟΝΑΡΕΣ....

Και να που μπήκε το φθινόπωρο. Κατακούτελα μας ήρθε, ενώ εμείς βρισκόμασταν στην παραλία με ένα φραπεδάκι αγκαλιά ή τις ρακέτες ανά χείρας ή με την κούραση του χειμώνα στου μετώπου τις ρυτίδες που μόλις άρχισαν να φαίνονται...ψεγάδια μιας, μάλλον, στρεσαρισμένης ζωής...
Εγώ μόλις επέστρεψα...με τις σαγιονάρες που δεν ξεκόλλησαν από τα πόδια μου, που όλο το καλοκαιράκι το περάσαμε παρέα, που τώρα δα διαπίστωσα πως πνέουν τα λίσθια...
Μαζί περπατήσαμε δρομάκια και δρομάκια, καλντερίμια και χωματόδρομους και τόπους σκιερούς και γεμάτους ήλιο και θάλασσα και αλμύρα...Πολλή αλμύρα, όμως!
Και η ψάθα μου κατάντησε κουρελού, που σύρθηκε σε καταστρώματα και αμμουδιές και πεζοδρόμια και αυλές σπιτιών σε χωριά που κολυμπούσαν στο νοτιά...Η ψάθα αφέθηκε σε κάποιο καραβάκι της γραμμής, αφού δεν έλεγε να πληρώσει εισιτήριο επιστροφής. Και έμεινε στο πλοίο μόνη της. Ανάμεσα σε κάτι καθίσματα για να ταξιδεύει για πάντα...
Οι σαγιονάρες όμως επέστρεψαν μαζί μου. Τώρα είναι αραγμένες στο χωλ και με κοιτούν θυμωμένες μάλλον που επέστρεψαν στο τσιμέντο της πόλης. Πριν λίγο τους υποσχέθηκα ότι του χρόνου θα ταξιδέψουμε πάλι παρέα, αφού τις επιδιορθώσω στον τσαγκάρη της γειτονιάς... και μου φάνηκε πως χαμογέλασαν κιόλας...

ΜΟΛΙΣ...

Μόλις...
Τώρα δα κλείσαμε.
Τώρα πριν λίγο πάψαμε να μιλάμε...

σε άκουσα...
και ήδη λείπεις...
μου λείπεις!

Με τη μνήμη
καταφέρνω και πάλι να ζωγραφίσω
το χαμόγελό σου...

και ' κείνα τα μάτια -ουρανό,
σα φυλακτό τα βλέπω.

Παλεύω με αισθήσεις - τραύματα,
και δοκιμάζω τις δυνάμεις μου...

Πόσο μακριά σου αντέχω;

Αντέχω;
Ρωτώ με το μυαλό τη σκέψη μου.

Διόλου πια.
Και δε με αφορά.
Και δε με πονά πια.

Έκανα 3 χρόνια ν' αρθρώσω λέξεις.
Ν' αγγίξω το όνειρο.
Το αρνιόμουν πεισματικά.

Έλεγα:είναι πολύ...
Είναι που θα με πάρει για τρελή,
αλλοπαρμένη,
χαμένη στον κόσμο
του αφύσικου.

Και ήρθε...
Με κυνήγησε.
Το ίδιο το όνειρο,
που εγώ απέφευγα...

Αν και το λάτρευα,
θαρρώ αιώνες...

Τώρα έχω το βλέμμα
στο τσεπάκι του μυαλού μου
και μια αλυσίδα αισθήματα
και μια τάση για ανάγκη...

Να σε βλέπω,
να σε κοιτώ,
να σε μυρίζω,
να σ' ακούω,
να σε αισθάνομαι,
να σ' ακουμπώ...

Σαν οπτασία,
σαν ευχαριστώ,
σα μια συγνώμη,
σαν τυχερό κέρμα σε παλιό παλτό,
σα χαρά ξεχασμένη σε παιδότοπο,
σαν ηχώ σε βαθύ γκρεμό,
σαν φαντασία,
σα νοσταλγία,
σαν το πράσινο στο φύλλο του δένδρου,
σαν τον καφέ και το τσιγάρο μου το πρωί,
σαν ανάγκη,
σα χάδι μάνας,
σαν το ζωγράφο τα χρώματα,
σαν τις νότες η μουσική,
σαν το γλύπτη το μάρμαρο...

ΣΑΝ ΕΓΩ ΕΣΕΝΑ!