Τα μάτια του Ρα...

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΡΑ ...γέννησαν άλλο ένα blog,
το "Σαν τατουάζ"!
Το νέο blog είναι όμως για γερά νεύρα! Δηλαδή:
http://like-tatoo.blogspot.com/

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2008

ΜΕ ΦΟΝΤΟ ΚΑΤΙ ΣΕ ΠΡΑΣΙΝΟ...

Με φόντο κάτι σε πράσινο
σε σκέφτομαι πάντα...

Είναι το φανάρι στο δρόμο
που μου λέει, σαν ανάβει,
να γρηγορώ;

Είναι το τσάι που πίνω
σαν έχω κάποια βραχνάδα
στο λαιμό;

Είναι εκείνο της φτέρης
που απαθανάτιζα σε
κάποιο μακρινό βουνό;

Είναι που όλα μαζί σου
παλιά, μα ποτέ λησμονημένη,
εποχή ήταν όλα πράσινα...

Σαν το μπρελόκ
που΄χω περασμένα τα κλειδιά μου.
Σαν το το tatoo
που΄χω στον αριστερό βραχίονά μου.

Είναι όλα αυτά μαζί.
Μνήμες βαθιές και όχι αστοχισμένες.
Μνήμες που πάνω τους κλειδώνει το μυαλό.
Μνήμες που παραμένουν και επιμένουν.
Μνήμες που χαίρομαι και στο λιγοστό φως.
Μνήμες που για συντροφιά καλώ το βράδια.
Μνήμες που σα συγγενείς φιλοξενώ.
Μνήμες που' χω για ν' αγγαλιάζω κάτι,
σα μαξιλάρια...


Γιατί σε αυτό το πράσινο βρίσκω εγώ:

την ευτυχία σε ανείπωτη μορφή,
την ιστορία που δεν έχει αρχή,
το χαμόγελο σε μια δύσκολη στιγμή,
το κλάμα που' σταξε πάνω σε χαρτί,
τη φωνή που θέλει να ακουστεί,
τη σκιά που πήρε και έγινε κορμί,
το χέρι που δε σηκώνεται για ν' απειλεί,
τη λέξη που δεν πρόκειται να νικηθεί...

Και τελοσπάντων μέσα σε αυτό το
πράσινο όλο...
μόνο
ΕΣΕΝΑ!


Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2008

ΣΤΟ ΟΜΟΛΟΓΩ!

Άνοιξε η πόρτα και το φως χύθηκε ως εκεί που άντεχε να φτάσει. Μυρωδιά γαρδένιας απλώθηκε παντού και βασιλικού και μια νότα από μουσική από κάποιον τζίτζικα που φρενίτιδα τον είχε πιάσει και δεν έλεγε να σωπάσει... Η φιγούρα του σώματος που αγαπώ διαγράφεται, τυλιγμένη σε μια λάμψη εκτυφλωτική που έρχεται από τον έξω κόσμο... Υγρή από το νερό που μόλις τη δρόσισε.
Νοτισμένα πατήματα αφήνουν τα ίχνη στις πλάκες του παλιού σπιτιού,... κάπου στην Κρήτη. Με ήχο εξίσου υγρό... Έξω μια κάψα από τον Λίβα και το θερμόμετρο να πυρακτώνει το μάτι. Το σώμα ακούμπησε βρεγμένη πετσέτα απαλά σε μια ξύλινη καρέκλα, φοβούμενο πως θα με ξυπνήσει ο θόρυβος... Αλλά εγώ είχα μισανοίξει το βλέμμα και οι αισθήσεις που απέμεναν, χόρευαν τρελά, παρασύροντας τον εγκέφαλό μου να πάει και να κολλήσει σε ' κείνο το άρωμα γαρδένιας με λίγο βασιλικό... Όλο το κάτω δωμάτιο πλημμύρισε άρωμα. Οι τοίχοι , τα ξύλα έως και τα πιάτα-στολίδια που κρέμονταν στους τοίχους...όλα ένα σε μια σύνθεση από όνειρο, από κομμάτια παζλ που το μυαλό μου προσπαθεί να συνδυάσει και πάλι, γιατί από τότε πάει καιρός πολύς.

Το' χα το όνειρο! Το' χα στο χέρι μου και πάλι χτες το βράδυ.

Ξύπνησα αλαφιασμένη σε δωμάτιο μιας παλιάς πολυκατοικίας στο κέντρο της Αθήνας, με τα αυτοκίνητα να φρενάρουν και να κορνάρουν, να λείπει το οξυγόνο και με τα συμπτώματα εκείνα που ο νους θέλει μόνος του να κάνει παιχνίδι και να γυρίζει σε ό,τι αναζητάμε σε στάση ικεσίας πλέον, πιο πολύ. Ξύπνησα ζαλισμένη, προσπαθώντας να επαναφέρω το όνειρο και πάλι. Να το ζωντανέψω, να το κρατήσω όσο γίνεται ζωντανό... Ξύπνησα και για να πείσω το μυαλό μου να σταματήσει και να μαλώσω τον εαυτό μου για να συνειδητοποιήσει πως όλο τούτο ήταν μια ευτυχής, αλλά ψευδαίσθηση.
Ήταν;
Το παράδοξο, είναι πως και εδώ, μέσα σε όλο το κακό που φέρνει ο χειμώνας μαζί του, στη μύτη μου φτάνει ακόμα το άρωμα γαρδένιας... με λίγο βασιλικό...

ΣΤΟ ΟΜΟΛΟΓΩ!


Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2008

ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ

Είχε μάτια καθαρά. Δυο λάμψεις από το Σύμπαν. Και απλώνονταν όλα τ' άστρα-χρόνια φλογισμένα στα πόδια της. Σε όνειρο είχε ακούσει φωνές απόκοσμες να της ζητούν να τα ονομάσει.
Μεσάνυχτα και κάτι...
Πήρε μολύβι και χαρτί και έναν χάρτη του ουρανού, που βρήκε μέσα στο παλιό με τους καθρέπτες σπίτι, και βγήκε στο μπαλκόνι. Έτρεξαν τα μάτια της στο σκοτεινό ουρανό.
"Μικρές φωταψίες μου" είπε, "για να σας γνωρίζω ένα-ένα και για να μη σας ξεχάσουν οι άνθρωποι που λησμονούν, εγώ θα σας δώσω ονόματα, απρόσμενα, ανάρπαστα... γεμάτα από τη φαντασία μου. Το λοιπόν αρχίζω:
Πολυδεύκη εσύ, έτσι θα λέγεσαι από τώρα και για πάντα. Τ' όνομά σου θέλω να θυμίζει λίγο μυθολογία. Με τον Προκύωνα θα τα μιλάς όλα τα πάθη των ανθρώπων, ν' ακούει και ο Σείριος, μυρίζοντας το άρωμα του Βασιλίσκου. Και έτσι όπως θα συναντιέσαι στο σκοτεινό του ουρανού και με την Αίγα, εκείνη που ποτίζει με γάλα το Ποτάμι του Ιορδάνη που απλώνεται γαλαξίας χυμένος στο μαύρο, θα δίνει να πιεί και λίγο και ο Κάστωρ, που μικρός λυπόταν και έκλαιγε , όταν ο αδελφός του δεν τον έπαιζε. Και καθώς ο Αρκτούρος θα είναι πάντα υψιπετής, ο Κένταυρος θ' αφήνει μουσική θεσπέσια να πλανάται στα νεφελώματα, ν' ακούει ο αστερισμός του Λύρα και να ευφραίνεται. Άσε να νομίζουν οι άνθρωποι πως το Σύμπαν σιωπά. Η μουσική του αρμονία θ' ακούγεται μόνο στα εξασκημένα ώτα...
Εσύ Μπελατρίξ δίπλα στον Ωρίωνα-αστερισμό, θα έχεις να λες παραμύθια από εποχές που' θέλαν τους άνδρες ιππότες και ρομαντικούς γενναίους, νύχτες μέσα στο χειμώνα.Ο Αντάρης σαν άλογο θα καλπάζει και με ζέστη και με κρύο, χωρίς οι οπλές του να πατούν τον Στάχυ, που θα φαίνεται πολύ τα καλοκαίρια από τη Γη.
Ρίγκελ, Αχερνάρ, Αλταίρ, Μπετελγκέζ, Αλδεβαράν, Φομαλχούτ, Ντένεμπ, θα πάρετε τα ονόματα ποιητών και λογίων, ζωγράφων και γλυπτών, μουσικών και επιστημόνων που δε γεννήθηκαν ακόμα. Για νά' χουν την ελπίδα οι άνθρωποι πως η ελευθερία τους κάποτε θα έρθει, από εκεί ψηλά που κοιτούν. Η Αδάρα θα γνέθει τα όνειρα των παιδιών, μήπως και τα πείσει να μη μεγαλώσουν ποτέ. Και ο Σκορπιός να συμβολίζει, θέλω, το πάθος κάθε στιγμής, ενώ ο Κάνωβος θ' αφήνει σύννεφα ουρά, αψηφώντας ό,τι λέγεται για νέφος τοξικό.
Η Βέγα θα πλάθει την τροφή όλων σας -ψωμί σαν αυτό που φτιάχνει η μαμά μου- για να μην πεινάσετε ποτέ.
Και επειδή ο Ρίγκελ και ο Κένταυρος είναι από μικροί φίλοι αδελφικοί, ένα από εσάς θα το ονομάσω Ρίγκελ Κενταύρου, για να έχει η φιλία το νόημά της στο Σύμπαν, δίπλα στους Σταυρό Α και Σταυρό Β που ορκίζονται κάθε τόσο ότι είναι ερωτευμένοι με την Μπελατρίξ και γι' αυτό συχνά πειράζουν ο ένας τον άλλο.
Εγώ τώρα θα πάω να κοιμηθώ. Κουράστηκα να προσπαθώ ονόματα να δώσω στο φως σας. Καληνύχτα μικροί μου φίλοι, που λάμπετε, χωρίς ποτέ κανείς να σας ανάψει.
Εγώ σας ονομάτισα, για να σας φωνάζω στα όνειρά μου και να έρχεστε".

Και έγιναν όλοι σύντροφοί της τα βράδια. Όλα τα βράδια...


ΣΑΝ ΤΟ ΚΥΜΑ

Σαν το κύμα, που φωτογράφισα, σχεδόν κρεμασμένη στο κενό, από την κουπαστή ενός πλοίου...

Και είδα... και τι δεν είδα!

Σε είδα εκεί!

Σαν σε όραμα

Σαν οπτασία

Σα φαντασία...


σε είδα...

Με μαγεύει το κύμα.

Όταν η πλώρη το αφήνει σα σημάδι
σε άφαντους δρόμους θάλασσας.

Και ας σβήσει μετά.
Από εδώ, ξέρω ότι έχω περάσει.

Το προσωρινό δεν το φοβάμαι
και δεν το φοβήθηκα ποτέ!
Δε με πειράζει διόλου!

Εγώ το έχω δει...

Το κράτησα βράδια πολλά
στην αγκαλιά μου
και μαζί του
νανουρίστηκα.

Το κύμα το βρίσκω μπροστά μου:
ατίθασσο,
ανέμελο,
μπλε μέσα σε άσπρο,
δυνατό, ασυγκράτητο...

Εγώ το έχω δει...

Κοιμήθηκα στα χέρια του
νύχτες πολλές
και άκουγα την ανάσα του,
να έρχεται, να φεύγει...

Εγώ το έχω δει...

Έπαιξα μέσα του.
Γέλασα και έμπλεξα τα δάκτυλα
μες τα δικά του,
για να το κρατήσω λίγο ακόμα...

Έχω και την εικόνα του.
Εκεί...

Όσο μπορεί το μάτι ανθρώπου να δει,
εγώ βλέπω κύμα.

Μίλησα μαζί του
και έκλαψα,
και ησύχασα,
και αστειεύτηκα
και πάλι...

Δε μου φτάνει...

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2008

Όμορφη στιγμή, όμορφο αυτό που νιώθω....

Σιωπή...
Σιωπή, σου λέω...
Μην τολμήσεις αυτή τη στιγμή να μου θίξεις
το μπλε!

Όμορφη στιγμή, όμορφο αυτό που νιώθω...
Είναι που αντικρίζω ό,τι πιο πολύ αγαπώ...
Σαν ανάμνηση απ' όταν ήμουν ακόμα σ' άλλη ζωή.

Σιωπή, επιτέλους!
Ν' ακούσω το χαμόγελο.
Δύτης εγώ και βούτηξα βαθιά και το βρήκα πάλι.
Και τώρα το κραδαίνω σαν έπαθλο,
σαν τιμαλφές που' χα χάσει από καιρό
και τώρα το'χω πάλι.


Όμορφη στιγμή, όμορφο αυτό που νιώθω...
Μη μιλήσεις διόλου.
Άσε το κύμα να τα λέει όλα.
Ο παφλασμός να σιγοψιθυρίζει στίχους παλιούς,
μ' αγαπημένους:

Για τα μάτια εκείνα που πολλοί τα λαχτάρησαν,
μα εγώ τα λάτρεψα.

Και είδα ν' αντιφέγγω στο βάθος τους και ζαλίστηκα,
λες και είχα πιεί κρασί.


Για το βλέμμα εκείνο που μιλά για ποταμούς αγάπης.
Και σε αυτούς εγώ κολύμπησα, δροσίζοντας καμμένη σάρκα.

Για τα χέρια που με άγγιξαν,
χωρίς "γιατί" να περιστρέφονται ολούθε.

Και σε αυτά εγώ αφέθηκα-μωρό-έγειρα και αποκοιμήθηκα.

Όμορφη στιγμή, όμορφο αυτό που νιώθω...
Μη μου τη χαλάσεις, να χαρείς!

Έχεις την τάση όλα να τα σχολιάζεις.
Δώσε τόπο στη σιωπή και άσε με εμένα μέσα στο μπλε.

Και επιτέλους, σώπασε!
Μελέτησε το ζωντάνεμα
του χρώματος,
της αφής,
του συναισθήματος,
της αίσθησης,
της πλήρωσης...

Και αν έχω ένα μάτι πράσινο για tattoo στ' αριστερό μου χέρι,
είναι που έτσι το θυμόμουν, έτσι το νοσταλγούσα...

να με κοιτά...
και σιγά-σιγά...
Να γίνεται μπλε σαν μια Θάλασσα-Σιωπή!