Τα μάτια του Ρα...

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΡΑ ...γέννησαν άλλο ένα blog,
το "Σαν τατουάζ"!
Το νέο blog είναι όμως για γερά νεύρα! Δηλαδή:
http://like-tatoo.blogspot.com/

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008

ΦΙΛΤΡΑ

Φίλτρα γυαλιά φορώ,
για να κόβω τα μάτια μου στον ήλιο.


Φίλτρα φορτώνω στις εικόνες μου,
για να χαλνώ το φυσικό.

Φίλτρα βάζω στις αισθήσεις,
για να μάθω να μην αποζητώ...

Και τώρα ψάχνω φίλτρα μαγικά,
που βοηθούν διαγραφές στη μνήμη.

Δεν αστειεύομαι...

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2008

ΕΚΕΙ ΠΟΥ Τ' ΑΓΑΛΜΑΤΑ...

Εκεί που τ' αγάλματα λούζονται στο φως,
έκλεψα χρόνο και γλίτωσα από τη ματιά του φύλακα.
Και είχε αρχίσει να γέρνει το κεφάλι του
στο μαξιλάρι-σύννεφο ο ήλιος
και η μεγάλη αλυσίδα κλείδωσε τον τόπο.

Και έμεινα εκεί, ανάμεσα στ' αγάλματα,
άγαλμα και εγώ,
μην τα φοβίσω και αρνηθούν τον περίπατο.


Νύχτα τα είδα να κατεβαίνουν από τα βάθρα τους,
να σιώνουν τους χιτώνες τους
και άλλα γυμνά ν' ανατριχιάζουν
από τη γύμνια τους μέσα στην ομίχλη.

Τα είδα να κλαίνε
για τους χαμένους αιώνες
μιας και μόνης μέρας,

για τη ζωή που τους έκλεψε ο γλύπτης,
για το μάρμαρο που τα σκλάβωσε,
για τα φιλιά που δεν πρόλαβαν να δώσουν
-και για 'κείνα που δεν πήραν-

για τους άξεστους τουρίστες που απαθανατίζουν την ακινησία,
για την κατάρα που τα θέλει να ζουν τη νύχτα μόνο,
για το σώμα που ' θέλαν ν' αγκαλιάσουν και δεν το' χουν πια,
για τις λέξεις που κλειδώνονται από την πέτρα,
για τα εισιτήρια που κόβει το ακούνητο του πέλματος...

Και πιάσαν να πλανούνται στο χώρο κάτω από τα πόδια του Ολύμπου.
Σέρναν τα βήματά τους, μουδιασμένα από την πολύωρη στάση στο έδαφος.

Βογγητά, λυγμοί και αναστενάγματα πίσω από ένα Πλάτανο...
Τα είδα στο αχνοφέγγαρο.

Ήταν τα δυό τους, όρθια, στόμα με στόμα.,
Με χέρια που' λείπαν, δεν είχαν τρόπο στον Έρωτα.
Μόνο τα χείλη έμειναν ν' ανάβουν τη φλόγα.
Ένας Απόλλωνας και μία Ίσιδα να σιγοψιθυρίζουν λαχτάρα.
Τα δυο τους θρηνούσαν την αδυναμία ν' ακουμπήσουν
δάχτυλα και παλάμες
στους λαγώνες,
στους μηρούς,
στο στήθος.

Με τα δόντια γύρευαν ν' απαλλαγούν από τα ρούχα.
Με τη γλώσσα έψαχναν
το λοβό των αυτιών,

το φίλημα στα βλέφαρα,
τα λόγια που φλογίζουν.
Και έτσι όπως πάλευαν να σβήσουν το άναμμα της ανάγκης τους
στο σώμα του άλλου,

έπεσαν με γδούπο,
χάνοντας την Ιερή Υπόσταση που τα φιλοτέχνησε,
να την υπενθυμίζουν.


Θρύψαλλα, κομμάτια, κεφαλές απόμειναν στο χώμα.

Τα βρήκε ο φύλακας πρωί-πρωί και τα θρηνούσε,
που έχασε ο χώρος τέτοια απολιθώματα του παρελθόντος.

Όμως αυτά χαμογελούσαν,
μεσ' την αιώνια Συν- Ουσία!

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008

ΕΜΕΝΑ ΕΚΕΙ ΘΑ ΜΕ ΒΡΕΙΣ

Μη με ψάξεις όπου να' ναι! Εμένα δε θα με βρεις όπου κι όπου! Εγώ πάω σε μέρη εκλεκτά.

Εκεί δεν περισσεύουν λόγια και πράξεις.
Εκεί συναντώνται ελεύθερες ψυχές.
Εκεί ο ήλιος ανατέλλει και δύει στην ώρα του.
Εκεί η Σελήνη παίζει "περνά περνά η μέλισσα"με τ' αστέρια της.
Εκεί το σκάνε οι μυρωδιές από το αγιόκλημα και συναντούν τη γαρδένια και το βασιλικό.
Εκεί τα σύννεφα και η βροχή αργούν να έρθουν.
Εκεί δεν έχει κοσμοπλημμύρα και βουητό με ομίχλη για συνοδό.
Εκεί ακούγεται μόνο το αγέρι να φυσά, το κύμα να παραμιλά και ο τζίτζικας εκεί τρελλαίνεται να δίνει συναυλίες.



Μη με ψάξεις όπου να' ναι!
Μη με ψάξεις όπου κι όπου!

Να πας εκεί που τα όνειρα βρίσκουν χώρο να ξαπλώσουν και σκιά δένδρων τα χα' ι'δεύει.

Να πας εκεί που υπάρχει χρόνος να μιλήσεις, με γέλιο και με κλάμα.
Να πας εκεί που υπάρχει η αγκαλιά δίπλα να στέκει στη χαρά και στο δάκρυ.
Να πας εκεί που θα' χεις πολλούς ανθρώπους μέσα σου, αν και γύρω δε θα' ναι ψυχή.
Να πας εκεί που μοιράζουν χαμόγελα ανθούς και φιλιά λεβάντες.
Να πας εκεί που λένε οι αισθήσεις "παρών" και παίρνει αποβολή το Αύριο.
Να πας εκεί που αντηχούν ακόμα φωνές ανθρώπων που έφυγαν, μα δε σε ξέχασαν.
Να πας εκεί που χέρια απλώνουν το ουράνιο τόξο με αόρατα πινέλα πάνω σου.
Να πας εκεί που παίζουν μπάντες μεθυσμένες μουσική παιδιών.

Εκεί που έχει μόνο εσένα και εμένα!

Εγώ, όσο και αν ταξιδεύω, πάντα θα γυρίζω εκεί.
Και αν -κατά λάθος -
με χάσεις ή
η ζωή μας νικήσει στο παιχνίδι...

Τώρα ξέρεις!

Εμένα εκεί θα με βρεις!

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2008

Αλλού η Τράπεζα και αλλού το όνειρο!




Ξημέρωσε! Ωραία μέρα, είπα χτες. Θα σηκωθώ, θα φτιάξω την καφεδιά μου, θα λουφάρω μπροστά σε ένα βιβλίο, θα καβατζάρω το χρόνο και ας γίνεται του κάγκελου στους δρόμους και ας πέφτει βροχή… Εγώ θα επιμείνω να περνάω καλά με τον εαυτό μου και ν’ αντιστέκομαι στη λούμπεν κατάσταση που μας έχουν ρίξει. Θα χαϊδευτούμε με τις γάτες μου και θα την περάσουμε όνειρο….
Και τότε χτύπησε το ρημάδι το έφωνο και βγήκα από το όνειρο…
-Ναι, σας παίρνουμε από την Τράπεζα…
-Δεν έχω πουθενά λογαριασμό.
-Μα γι’ αυτό σας παίρνουμε.
-Δε θέλω τίποτα, ευχαριστώώώ!
Είπα να είμαι ευγενής. Αλλά η φωνή από την άλλη άκρη επέμεινε.
-Μα, θα πάρετε δώρο μια πιστωτική…
-Ε, δε θέλω τίποτα…
-Μα ακούστε να σας πω…
Δεν κάθισα ν’ ακούσω. Έκλεισα το ακουστικό.
Όχι, αγάπη μου! Δε θα μου σπάσετε τα νεύρα! Δε θα σας αφήσω να μου χαλάσετε τη μέρα. Δε θέλω τα λεφτά σας. Να τα βάλετε στις τσέπες σας και με το συμπάθιο να τα χώσετε βαθιά εκεί… Όσο τέλος πάντων προλαβαίνετε… Ό,τι τέλος πάντων προλαβαίνετε. Αλήθεια τα 28.000.000.000 € που σας δίνουν από τις τσέπες μας, δε σας φτάνουν;
Επέστρεψα στο βιβλίο μου. Το έφωνο ξαναχτύπησε. «Ε ρε γλέντια», είπα φωναχτά. Ξανά η κλήση ήταν με απόκρυψη. Θες η περιέργεια, θες η γυναικεία φύση μου…
Το σήκωσα και πάλι. Αποδείχτηκε μέγα το λάθος. Καλούσαν από άλλη τράπεζα και αυτή τη φορά δεν ήμουν ευγενής. Πέταξα την ευγένεια μαζί με τη συνήθεια να μιλώ στον πληθυντικό, όπως με είχε μάθει η μαμά μου.
-Σας καλούμε από την τράπεζα…
-Δε θέλω!
-Τι δε θέλετε;
-Τα λεφτά σας!
-Μα…
-Δεν έχει «μα»! Βγήκες στη γύρα, με εντολή ανώτερου να μου τάξεις χρήμα και διευκολύνσεις και πιστωτική και δάνειο, για να μου τα πάρετε διπλάσια. Έλα όμως που δεν έχω να μου πάρετε τίποτα. Οπότε, αν ήμουν κάθαρμα, θα σου έλεγα «ναι» και μετά, άντε να με βρεις να μου πάρετε αυτά που δεν έχω. Γι’ αυτό, επειδή μου τελειώνει η υπομονή, για να μην ακούσεις ό,τι έχω να σούρω σε είδος βόθρου, κλείσε το τηλέφωνο για να μην πληρώσεις εσύ το γενικό λογαριασμό!
Άκουσα το τηλέφωνο να κλείνει! Θα τρόμαξε, σκέφτηκα!
Αμ δε! Το έφωνο ξαναχτύπησε. Τώρα το σήκωσα και αν έκανα να δω το πρόσωπό μου εκείνη τη στιγμή στο καθρέφτη, θα είχε σίγουρα μια μωβ απόχρωση.
-Διατάξτε, είπα! Κόκκαλο ο άλλος από την άλλη πλευρά! Μερικά δεύτερα σιωπή και μετά…
-Γεια σας! Σας καλώ…
-Ξέρω από τράπεζα και θέλετε να με ενημερώσετε για ένα δάνειο με χαμηλό επιτόκιο για την ταφόπλακά μου!
- Παρακαλώ;
-Εγώ σε παρακαλώ! Πες στην τράπεζα που δουλεύεις πως σας έχω γραμμένους και εσένα και τον τραπεζίτη που σε πληρώνει και δώσε μου έναν ανώτερο να τ’ ακούσει αυτός, γιατί εσύ για το μεροκάματο πας και δε φταις ν’ ακούσεις ό,τι έχω μαζέψει σε τόνο, μαζί με μπόλικους διαόλους και τριβόλους, αγόρι μου!
Και πάλι η γραμμή έκλεισε απότομα!
Αμ δε, που θα σας περάσει, σκέφτηκα. Θα σας σπάσω εγώ τα νεύρα!
Με τούτα και με τ’ άλλα η ώρα είχε περάσει. Ντύθηκα, ετοιμάστηκα η χριστιανή, είπα να μην πάρω τη μηχανή, γιατί θα βρέξει… Το’ χε πει εκείνος ο εύχαρης κύριος, που μέσα από το χάρτη της Ελλάδος μας προβάλλει και λέει πού θα στάξει και πού θα βρέξει.
Βγήκα στο δρόμο. Πήχτρα ο κόσμος και το ντουμάνι και εγώ σαν τρελή και αλλοπαρμένη να ψάχνω για ταξί στην Πατησίων, γιατί τα νεύρα μου είχαν σπάσει από τα έφωνα και έτσι κορδόνια που ήταν μου έπαιρνε ώρα να τα στρώσω και δεν ήμουν τώρα για δυο συγκοινωνίες απανωτές για να φτάσω στη δουλειά…
Άσε που υποσχέθηκα στο εαυτό μου, μετά τη σύγχυση που πήρα, πως δε θα περάσω έξω από Τράπεζα τους επόμενους δυο μήνες για να στανιάρω κομμάτι, αλλά θα κάνω το τετράγωνο για να μην πέσω μπροστά σε καμιά και ας ξεποδαριαζόμουν.
Υπολόγιζα όμως κατά πως φαίνεται χωρίς τον τραπεζίτη. Με σηκωμένο το χέρι, μέσα στη βροχή, μετά από 17 λεπτά βρήκα το κίτρινο τουτού που θα με πήγαινε, βρεγμένη μέχρι το οστόν, στη δουλίτσα μου. Μπήκα, κάθισα, καλησπέρισα. Μπροστά κύριος τάδε, με κουστουμιά, μανικιούρ, πεντικιούρ και αρώματα, καθόταν με ύφος «πάω να κοιμηθώ στο Χίλτον» και ρητόρευε. Πολύ αμφιβάλλω αν είχε πάρει είδηση πως μπήκα και εγώ στο ταξί.
Δυστυχώς για εκείνον δεν άργησα να καταλάβω πως αυτός είναι γέννημα θρέμμα τραπεζίτης και πως του χάλασε το μεταφορικό και χάρη μας έκανε και τιμή μεγάλη που πήρε το ταξί και ακούμε και μια σοφή κουβέντα και εμείς τα καημένα και ανέλυε με περισπούδαστον τρόπον τη λογική των τραπεζών, που δεν είναι, λέει, φιλανθρωπικά ιδρύματα και καλά κάνουν και προβαίνουν σε πλειστηριασμούς σπιτιών για 600 ευρουδάκια χρέος κάποιων που σπεκουλάρισαν και ας πρόσεχαν οι ηλίθιοι αυτοί, να μην είχαν τέτοια καψούρα ν’ αποκτήσουν κεραμίδι και τώρα ποιος τους φταίει για την καούρα;
Μού’ ρθε κεραμίδα! Από μωβ που ήμουν, άρχισα να μπλαβίζω και θα γινόμουν λίγο ακόμα μαύρη… μέχρι που ήρθε και μαύρισε ο ταξής…
-Άντε κατέβα κύριος, του είπε, εδώ γιατί δεν πάω παρακάτω για πάρτη σου. Η κούρσα ως εδώ ήταν για σένα και δεν πάω τη λεβεντιά σου. Μας τα έχεις κάνει φλιπεράκια τα μυαλά με τις αηδίες που μας λες. Έκανα υπομονή πολλή ώρα και σε άκουγα και έλεγα από μέσα μου «πού θα πάει; Θα το βουλώσει, άμα δεν του απαντήσω», αλλά εσύ είχες καταπιεί τη γλιστρίδα μαζί με τη ρίζα. Και άμα αναρωτιέσαι γιατί σε κατεβάζω, χάρη σου κάνω και σου λέω πως είμαι από αυτούς που για 600 ευρουδάκια μου πήραν το σπίτι κάτι χοίροι σαν την αφεντιά σου! Άντε κατέβα λέμε…
Ο κύριος τάδε γύρισε και τον κοίταξε, λες και τον είχε χτυπήσει γυμνό καλώδιο 6000 volt. Τότε πήρα εγώ την μπάλα και την αμόλησα.
-Άντε που σου λέει βρε, γιατί και εγώ είμαι από αυτούς που πάτε με τηλέφωνα και μαλαγανιές να με πείσετε να πάρω δάνειο, για να μου ρουφήξετε το αίμα μετά. Κατέβα που σου λέει.
Ο κύριος τάδε, με τη γλώσσα να έχει φτάσει στον οισοφάγο, κατέβηκε. Ούτε ομπρέλα και έξω να ρίχνει κουβάδες νερό.
Η πόρτα έκλεισε και ο ταξής ξεκίνησε. Γύρισα και κοίταξα από το πίσω τζάμι τη φιγούρα του να βρέχεται, σε μια Αθήνα μούσκεμα.
Άκουσα τον ταξή να λέει:
-Άστον να βρέχεται τώρα, γιατί εμάς μας ζεμάτισαν!
Βολεύτηκα αναπαυτικότερα στο πίσω κάθισμα. Το ραδιόφωνο έπαιζε Χατζηδάκι. Έκλεισα τα μάτια. Μόλις ξαναβρήκα το όνειρο…

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2008

ΕΓΩ ΕΠΙΜΕΝΩ!

Δε γίνεται...Δεν μπορώ... Δε μου βγαίνει! Μου είναι αδύνατο να επιβάλλω την αλήθεια του χρόνου μέσα μου. Θέλω να επιστρέφω στο Καλοκαίρι. Σε εκείνους τους μήνες που ο θεός Ήλιος γευόταν το δέρμα και η αλμύρα της θεάς Θάλασσας ξάπλωνε και απλωνόταν πάνω του.

Δε γίνεται... Δεν μπορώ... Θέλω το χρόνο να γυρίσω πίσω και να χαιδέψω την αμμουδιά, να νιώσω να περνά και να κυλά, χάνοντάς την, ανάμεσα από τα δάκτυλά μου. Έτσι όπως κυλά και ο χρόνος, περνώντας μέσα από τα κύτταρά μας και ισοπεδώνει, σκορπώντας σε χίλια κομμάτια, το άλλοτε φωτεινό πρόσωπό μας...

Δε γίνεται... Δεν μπορώ... Αδύνατον ν' αποχαιρετήσω τη μνήμη της ύπαρξης που αγαπώ, να λικνίζεται, όπως το κύμα, σε αμμουδιές που ανακαλύψαμε μαζί. Τη μνήμη, αυτήν την πολυσυζητημένη μούσα-κατάρα, αυτήν που μας ταλαιπωρεί και, παρ' όλ' αυτά την αποζητούμε, εγώ τη βρίσκω χωμένη μέσα στα καλοκαίρια μου.

Γι' αυτό και επιμένω να επιστρέφω στο Καλοκαίρι! Όχι σε εκείνα που τα διέσχιζα μόνη, πριν σε γνωρίσω... σα να περπατούσα ανάμεσα σε τόνους από άμμο και ερήμους βουνά, αλλά σε εκείνο που ξαφνικά πλέξαμε τα δάκτυλά μας και έγιναν ένα τα χέρια και τα μάτια μας. Σ' εκείνο που η στιγμή απέκτησε την αιωνιότητά της, που ο χρόνος έχασε την κίνησή του και εκπληρώθηκε η προφητεία αιώνων. Σ' εκείνο που δεν κατόρθωσα ν' αρνηθώ! Σ' εκείνο που δεν κατάφερα ν' αποφύγω...όσο και αν το επεδίωξα... όσο και αν προσπαθούσα, με σώμα και ψυχή να το κρατήσω μακριά!

Και τώρα - κοίτα το παράλογο - ΕΓΩ ΕΠΙΜΕΝΩ να επιστρέφω πάντα σε αυτό... Σ' εκείνο το Καλοκαίρι... σαν όλα τ' άλλα να' ναι πια αμελητέα!

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2008

ΑΛΟΓΟ...


Έτσι σε πρωτοείδα. Ήσουν καλπάζουσα ύλη. Γέννημα μιας φάρας υπερήφανης με το μάτι ν΄αστράφτει στο πυρ του Ήλιου. Δυνατό, γενναίο, μυημένο στην ελευθερία μιας ζωής μέσα στην πρόκληση της απόστασης.

Έτσι σε είδα. Ήσουν η πράξη της κίνησης. Η ανεξαρτησία στα πόδια σου, μπλεγμένη μέσα στη χαίτη σου, καθώς κάλπαζες για να συναντήσεις τον άνεμο. Εχθρός σου καθετί που δεν άφηνε το βήμα σου να γίνει και το απόδιωχνες με το καθάριο μέτωπό σου, καθώς έμαθες να σχίζεις και να διασχίζεις με ορμή το ρεύμα του αέρα.Τα μάτια σου απύθμενα πηγάδια , που μέσα τους κρυβόταν το μπλε του ουρανού και η γνησιότητα της φύσης.

Έτσι σε αποχαιρέτησα. Γονατίζοντας μπροστά στη δύναμη της θωριάς σου και σε προσφώνησα και συμπορευτή και σύντροφο και σύμμαχο σε καλούς και δύσκολους καιρούς. Και όταν πλησίασα για να σου πω το "χαίρε και αντίο" μέσα στ' αντιφέγγισμα του βλέμματός σου είδα εσένα και εμένα σε όλη την παράλληλη πορεία μας χιλιάδες χρόνια τώρα...
καλέ μου Φίλε!

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

ΠΡΟΣΩΠΟ ΑΠΟ ΞΥΛΟ

Ήταν ξύλινη η ψυχή του. Και το πρόσωπό του από ξύλο. Και η φωνή του είχε το άκαμπτο του ξύλου.

Είχε αλαζονεία, φιλαυτία, εγωισμό. Υπέρμετρη δόση απόλυτης βεβαιότητας της αξίας της ύπαρξής του...το' χε και αυτό. Και απέραντο μίσος...

Υμνούσε τον εαυτό του. Ήθελε την κηδεμονία των άλλων. Απαιτούσε τον πλήρη έλεγχο των πάντων και όλων.

Δεν ένιωθε αγάπη. Δεν ένιωθε έλεος. Δεν είχε συνείδηση της αξίας του κόσμου. Δεν είχε να δώσει...

Κενός σε όλα! Και εκείνο το βλέμμα το άδειο, σαν τοπίο μετά από πυρκαγιά...
Δεν είχε να δώσει...Τίποτα...

Περπατούσε πάντα στητός και αδιάψευστος μάρτυρας της έπαρσης που διέθετε...

Ώσπου ήρθε Εκείνη που του είπε ότι ήταν από ξύλο...ολόκληρος ένα ξύλο. Ένας κορμός ξύλινος, που βγάζει μόνο τον ήχο του ξύλου, που μυρίζει σαν το ξύλο, που πονά όσο και ένα κομμάτι από δέντρο κομμένο, νεκρό, τελειωμένο, και η πυρά έτοιμο να το δεχτεί...

Τότε ήταν που φοβήθηκε. Φοβήθηκε το Θάνατο. Το Θάνατό του!
Μα ήταν ήδη αργά. Πολύ αργά!

Τον πήγε κοντά στη λίμνη. Έπιασε το κεφάλι του και του το έσπρωξε να το δει στο καθρέπτισμα των νερών. Δεν μπόρεσε να αντισταθεί!

Είδε το πρόσωπό του. Τρόμαξε! Από αυτό που αντίκρισε. Από αυτό που είδε!

Και αποσβολώθηκε! Η ασχήμια του τον πανικόβαλε! Έκανε να φύγει, μα η Θεά τον πρόλαβε. Η Μπαστέτ δε συγχωρεί την κακία, την αλαζονεία, το μίσος.

Και τον έκανε ευθύς ξύλινο, όπως ήταν. Τον μεταμόρφωσε σε άψυχο κορμό νεκρού δέντρου. Μα άφησε το πρόσωπό του να διακρίνεται, έξω από το ξύλο να φαίνεται, για να θυμούνται οι θνητοί ότι οι μαύρες σκέψεις, οι σκοτεινές πράξεις τιμωρούνται...

αλλά

και

αυτό

ήταν

ΠΡΟΣΩΠΟ ΑΠΟ ΞΥΛΟ....

(ΜΥΘΟΣ ΑΡΧΑΙΩΝ ΑΙΓΥΠΤΙΩΝ για την τιμωρία του μίσους)

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2008

ΑΓΓΙΞΕ ΜΕ...

Είμαι σαν το πλατανόφυλλο.
Άγγιξέ με!
Στο δρόμο σου θα το βρεις.
Το' χεις ανάγκη.
Μ' έχεις ανάγκη.
Σ' έχω ανάγκη!
Άγγιξέ με!

Μη φοβάσαι την επαφή,
γιατί όταν θα γίνω πια άνεμος,
πρέπει τα δάκτυλά σου
να έχουν συνηθίσει
ν' αγγίζουν ό,τι δε θα μπορεί...

να δει το μάτι,
να νιώσει το δέρμα,
ν' ακούσει το αυτί...

Γιατί και αυτό κάποτε μοιραία θα συμβεί!

Όταν δε θα' μαι πια δίπλα σου
να με νιώθεις,
εγώ μοιραία θα είμαι!
Όταν δε θα' μαι φανερή μπροστά σου,
εγώ μοιραία θα είμαι!
Όταν δε θά' χω ήχο και φωνή,
εγώ μοιραία θα είμαι!

Μα πιο πολύ απ' όλα θέλω να μάθεις
ν' αγγίζεις,
να μ' αγγίζεις...

Ξεκίνα να μαθαίνεις από τη σάρκα
που διαθέτει τούτο το πλατύ φύλλο
που κρατώ στα χέρια μου τώρα.
Κάποτε ήταν πιο τρυφερό στην αφή,
πιο πράσινο στο χρώμα,
πιο ζωντανό πάνω στο κλαδί...

Μα συλλογίσου πως και εγώ θα συνεχίσω να υπάρχω,
όταν εσύ θα νομίζεις πως έφυγα!
Ανύπαρκτη για την αφή σου,
που θα χάσει την τρυφερότητα
που της προσέφερα νύχτες και μέρες πολλές.
Ανύπαρκτη για την όρασή σου
και όμως είχα κάποτε καστανά μάτια
που σε κοίταζαν αχόρταγα.
Ανύπαρκτη στη ζωή σου
και όμως κάποτε μοιραζόμασταν την ίδια...
σαν μία...

Μη μόνο κλάψεις.
Το κλάμα σου δε θα με φέρει πίσω.
Μόνο η λαχτάρα σου να ζήσεις και άλλο.

Μέσα από σένα θα ζω και εγώ
δίπλα σου!
Μέσα στη σκέψη σου θα' χω και 'γω
ζωή!
Άγγιξέ με!
Τώρα!
Για να μάθεις
να μ' αγγίζεις,
όταν δε θα' μαι πια εδώ...