Έι, σε σένα μιλάω,που μου σφυρίζεις
αδιάφορα πουλιά
και στέκεσαι λιμοκοντόρικα
σε απύθμενα ύψη,
με το βλέμμα του νικητή
και παράταξη επωμίδων θριάμβου.
Τώρα ακόμα σε παίρνει να γελάς
όσο η συμφορά του Άλλου
στάζει μέσα σου βάλσαμο.
Έι, σε σένα φωνάζω,
που διατυμπανίζεις τη σκιά σου,
κουνώντας δάκτυλο μπροστά σε ανθρώπινη μύτη,
και επαίρεσαι για το εξώφυλλο της γελοιότητάς σου.
Τώρα ακόμα σε χωρά ο κόσμος,
όσο μαίνεται ο κονιορτός πτώσεων
από το λιγδιασμένο πέλμα σου.
Έι, σε σένα κραυγάζω,
που σηκώνεις τους ώμους χαχανίζοντας,
στη θέα του παθήματος από τρικλοποδιά
και βαυκαλίζεσαι μπροστά στο ρημαδοκούτι.
Σ΄αυτό που σου πλάθει παραμύθια της γιαγιάς
και τα πουλάς στη μαύρη αγορά για δικά σου,
μετρώντας πότε θά'ρθει και άλλο σύννεφο.
Να σ΄ενημερώσω μόνο θέλω,
πως η ματωμένη βούκα που μασάς
έχει το αίμα των παιδιών σου
και πως η Νέμεσις κυρά
θα σ' έβρει ό,τι στοιχηματίζεις:
Τολμάς;
Βάζεις τη ζωή σου;
Βάζεις τις κατακτήσεις σου;
Βάζεις το έχειν σου;
Στο στημένο σκάκι σου,
μέτρησα τα τετραγωνάκια
και 'κείνα τα μαύρα
είναι πιο πολλά και έχουν πάνω το όνομά σου.
Την παρτίδα την έχεις χαμένη.
Ήταν να μη σε πάρω Μάτ-ι.
Βάζω και εγώ στοίχημα
στη βούκα που μασάς!



