Τα μάτια του Ρα...

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΡΑ ...γέννησαν άλλο ένα blog,
το "Σαν τατουάζ"!
Το νέο blog είναι όμως για γερά νεύρα! Δηλαδή:
http://like-tatoo.blogspot.com/

Δευτέρα 19 Απριλίου 2010

Στη βούκα που μασάς!

Έι, σε σένα μιλάω,
που μου σφυρίζεις
αδιάφορα πουλιά
και στέκεσαι λιμοκοντόρικα
σε απύθμενα ύψη,
με το βλέμμα του νικητή
και παράταξη επωμίδων θριάμβου.
Τώρα ακόμα σε παίρνει να γελάς
όσο η συμφορά του Άλλου
στάζει μέσα σου βάλσαμο.

Έι, σε σένα φωνάζω,
που διατυμπανίζεις τη σκιά σου,
κουνώντας δάκτυλο μπροστά σε ανθρώπινη μύτη,
και επαίρεσαι για το εξώφυλλο της γελοιότητάς σου.
Τώρα ακόμα σε χωρά ο κόσμος,
όσο μαίνεται ο κονιορτός πτώσεων
από το λιγδιασμένο πέλμα σου.

Έι, σε σένα κραυγάζω,
που σηκώνεις τους ώμους χαχανίζοντας,
στη θέα του παθήματος από τρικλοποδιά
και βαυκαλίζεσαι μπροστά στο ρημαδοκούτι.
Σ΄αυτό που σου πλάθει παραμύθια της γιαγιάς
και τα πουλάς στη μαύρη αγορά για δικά σου,
μετρώντας πότε θά'ρθει και άλλο σύννεφο.

Να σ΄ενημερώσω μόνο θέλω,
πως η ματωμένη βούκα που μασάς
έχει το αίμα των παιδιών σου
και πως η Νέμεσις κυρά
θα σ' έβρει ό,τι στοιχηματίζεις:
Τολμάς;
Βάζεις τη ζωή σου;
Βάζεις τις κατακτήσεις σου;
Βάζεις το έχειν σου;

Στο στημένο σκάκι σου,
μέτρησα τα τετραγωνάκια
και 'κείνα τα μαύρα
είναι πιο πολλά και έχουν πάνω το όνομά σου.
Την παρτίδα την έχεις χαμένη.
Ήταν να μη σε πάρω Μάτ-ι.

Βάζω και εγώ στοίχημα
στη βούκα που μασάς!

Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

Στην Κιβωτό...


Στην Κιβωτό του νου μου
φορτώνω θλίψης σταγόνες ,
φέλινα όνειρα χαλασμένα,
συρματόσχοινο σκέψεις,
φερέφωνα εικόνων,
πλοηγούς στα μεγάλα ταξίδια- και καλά!
Με μελετημένες κινήσεις
και προσεκτικό βηματισμό,
κάτι παιδικά παιχνίδια,
που τα κρατώ ακόμα σπασμένα,
δυο βίδες από λέξεις,
μια μεζούρα ανθρώπων,
ένα μαντήλι για το απίθανο των χαιρετισμών,
πανί από λακαρισμένα άστρα,
μια ντουζίνα ευχές
και αλλαξιά ρούχα για την αξία-δήθεν!
Με το απυρόβλητο αγκαζέ,
αναρτώ δίχτυα αναμονής,
γάντζους υποσχέσεις,
δυο - τρεις μπαταρίες αντοχής,
ένα πηδάλιο τύχης,
πυξίδα το άγνωστο
και άγκυρα από εφημερίδες-για τη μνήμη του επίκαιρου!
Για το τέλος, μια φωτοβολίδα αφάνειας,
βεγγαλικά σκότους,
φακό να δείχνει το αστόχαστο,
καπνογόνα ομιχλώδους κατάστασης
και για φλόκο, α σε τούτον
το χρώμα θά' ναι πύρινο!

Έτσι καβατζώνω εγώ τη ζωή μου
πάνω σε κύματα δίσεκτα,
χωρίς πορτολάνους λιμανιών
και ατομικό σωσίβιο!

Τετάρτη 14 Απριλίου 2010

Τίποτα σημαντικό!


Ο κόσμος θράψαλο και ανεμομάζωμα μέσα στην παλίρροια που 'χω γω τώρα και καιρό στο μνήμα της μνήμης μου! Καίγομαι με μια φωτιά που τη σκεπάζω να μη τη δει μάτι ανθρώπου και λακτίσει.Αφήνω μόνο στ' αγρίμια να τη βλέπουν, για να ζεσταίνονται. Μα τώρα που μπαίνει όπου νάναι καλοκαιράκι, θα τη σβήσω και θ΄αφήσω τα κάρβουνά της κουφάρι από κάτι που το πίστευα πολύτιμο, μα όπως και άλλη μια φορά, γύρω δεν το πήρε κανείς είδηση. Πίσω μου και μπρος μου άλλη φωτιά θ΄ανάψω πάλι το χειμώνα που θά'ρθει. Και πάλι, θα τη σβήσω, αφού δε θα την έχει δει και αυτή τη φορά κανείς.
Χρόνια τώρα το ίδιο σκηνικό. Χρόνια τώρα κάμνω τις ίδιες κινήσεις. Χρόνια τώρα παλεύω να την ανάψω, να μη νεκρωθώ, κάνω πως είμαι σαν τους άλλους-γελώ,χαιρετώ, πίνω απ' το ποτήρι, κοιμάμαι και ανασαίνω. Στήνω το σκηνικό για τους άκαμπτους στο συναίσθημα. Γελώ που τους ξεγελώ! Με ένα γέλιο χαιρέκακο και τολμηρό, σαν τα όνειρά μου.
Εγώ τα βράδια το σκάω και περιπλανιέμαι σε δρόμους που αυτοί ούτε που φαντάζονται ότι υπάρχουν. Χα'ι'δεύω τους τοίχους των κτιρίων, σα νάναι κεφάλι παιδιού.Σφυρίζω σκοπούς που ποτέ δε θα γίνουν τραγούδι. Βάζω στοίχημα ποιος- εγώ ή ο εαυτός μου- θα φτύσουμε πιο μακριά! Τον καθωσπρεπισμό τους τότε τον χαράζω στην πίσσα της λεωφόρου. Αυτοί θα σηκωθούν το πρωί για τη δουλειά και ανύποπτοι θα την ισοπεδώνουν με τις ρόδες τους. Την ίδια τους τη ζωή θα την πατούν και θα την ξαναπατούν, σαν εγκαταλελειμμένο πτώμα στην άσφαλτο.
Έτσι αντιστέκομαι εγώ. Και το χάραμα, σαν κλέφτης επιστρέφω στην πόρτα του σπιτιού μου, στα νύχια των ποδιών, με τα παπούτσια στο χέρι και ξαπλώνω για άλλη μια φορά στο στρώμα.
Και πάλι ήμουν δραπέτης από τη φυλακή της ζωής τους!

Στην ανέμη τυλιγμένη...


Δε θυμάμαι πώς περπατάει
στους στίχους εκείνο
το παιδικό τραγουδάκι,
το λησμονημένο-έστω-
από σένα και όλους
και από μένα ακόμα.
"Κόκκινη κλωστή..." -Μετά;-
και απάνω της κρεμάσαμε
τα όνειρα με παιδιάστικα
μανταλάκια τις ελπίδες μας.
Και απλώσαμε μπουγάδα
ίσαμε κει που σβήνει ο ορίζοντας.
Και χάσαμε και μπούσουλα
και μέτρο και ρυθμό.
Μας έφταναν τότε τα λόγια.
Τα έργα μας ακόμα δεν περίσσευαν.
Πάνω σ' αυτά στηρίξαμε το "δεμένη".
Πήραμε μπόι και αρχίσαμε
να την ξετυλίγουμε, χωρίς φειδώ.
Και δέσαμε εμάς με αυτήν
πάνω σε κάβους μαύρους
που τους πνίγουν χίλια κύματα,
μα καράβι δε φάνηκε ποτέ στον ορίζοντα.
Περάσανε τα χρόνια και την κρατάμε
τούτη την κλωστή που ξεθωριάζει
και μας βάφει τα χέρια.
Μα τώρα αρχίσαμε με αιδώ
να τη μαζεύουμε κουβάρι.
Πάνω στην ανέμη της έλλειψης.
"Τυλιγμένη" με σορούς σαρίδια
από πικρόχολες μνήμες,
κλάμα ποτάμι και νεκρά δάκρυα.
Αλλά, μόλις τώρα δα,
θυμήθηκα το τέλος
στο παιδικό τραγουδάκι:
"...Δώστης κλώτσο...".
Για να τελειώνει επιτέλους
κάποτε και το παραμύθι.