Θα σκύψω ν' ατενίσω χάος
και σφαίρες να φυτέψω,
να φυτρώσουν κανόνια,
να λαβώνουν,
να πληγώνουν,
να σκοτώνουν,
ό,τι πολυτιμότερο
αγάπησες Άνθρωπε.
Έτσι για το παιχνίδι των ολίγων
που αιώνες τώρα με κρατά κοντά Σου.
Θα σκίσω και πάλι σάρκα παιδική.
Θα τρυπίσω μικρά κορμιά.
Θα χωθώ βαθιά στην καρδιά
και την αναπνοή θα σταματήσω.
Να χλευάζω θέλω το κλάμα, τη θλίψη, τον πόνο Σου.
Να διαλύω τη συντεταγμένη οδό της ζωής.
Να ακούω το θρήνο της μάνας, λιγωμένος στα γέλια.
Να βλέπω τον αδελφό μου τον Τρόμο και
χέρι με χέρι να φτάνουμε κοντά στον πατέρα Όλεθρο.
Με έχεις μισήσει Άνθρωπε, αλλά συχνά με φέρνεις στη γη σου.
Διακηρύττεις ότι με αποστρέφεσαι, μα με γεννάς Εσύ.
Και εγώ σου κάνω το χατήρι, να Σε εξολοθρεύω.
Ο θάνατός Σου προορισμός μου.
Και η διπλωματία, η πολιτική Σου, οι στρατηγοί Σου είναι οι πόρνες Σου
που τις πληρώνω όσο όσο για να Σε ευνουχίζουν.
Εγώ και πάλι είμαι εδώ! Με κάλεσες,δεν ήρθα απρόσκλητος.
Μου έχεις στρώσει ξανά γενναιόδωρο τραπέζι,σ' ευχαριστώ!
Πίνω το αίμα σου,τρώω το κρέας σου, απολαμβάνω τη μουσική που παίζεις
με το κροτάλισμα των πυροβόλων,των όλμων,των κανονιών...
Χιλιάδες τα μουσικά Σου όργανα που συνοδεύουν το φαγοπότι μου.
Δεν ήρθα απρόσκλητος! Εσύ με ατσάλι μου έγραψες το προσκλητήριο.
Και ήρθα πάλι να Σ'ανταμώσω. Γύρω Σου τρελό χορό να στήσω
με χέρια κομμένα, με κρανία ανοιγμένα, πόδια κομματιασμένα.
Να το δώρο μου σε τούτο το συμπόσιο.
Άνοιξέ μου την πόρτα του κόσμου Σου.
Οι λακέδες στρατιώτες Σου να με υποδεχτούν, περιμένω.
Στρωμένο για κόκκινο χαλί έχω χιλιάδες κορμιά δικά Σου.
Μην κλείσεις την πόρτα πίσω μου,ακολουθούν και οι συγγενείς μου.
Και αυτοί, επίτιμοι προσκεκλημένοι Σου!
Εγώ βέβαια, εξάρχων και επιτιμότερος όλων.
Τι μου ρωτάς το όνομα και πώς με λένε;
Μη κάνεις πως δε με ξέρεις.
Μη κάνεις τον ανίδεο...
ΠΟΛΕΜΟ με προσφωνείς και με φωνάζεις!
Το ξέρεις το όνομά μου, δημιουργέ μου...