Τα μάτια του Ρα...

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΡΑ ...γέννησαν άλλο ένα blog,
το "Σαν τατουάζ"!
Το νέο blog είναι όμως για γερά νεύρα! Δηλαδή:
http://like-tatoo.blogspot.com/

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2009

Σαν "σονάτα του σεληνόφωτος"...










Σου γράφω
τώρα που περπάτησε η ώρα
στα χαμηλά σκαλοπάτια της
και που κοιτάζει το ρολόι της
με κλεφτές ματιές,
λαχανιασμένη από την ηδονή
της ανάσας σου,
του κορμιού σου,
της φωνής σου,
της ψυχής σου.

Σου γράφω,
γιατί σε λίγες μέρες
πάλι το φεγγάρι
θα γιομίσει
και θα φέρει στο νου μας
απείραχτες εικόνες,
που τις έχουμε
φυτέψει βαθιά στο μυαλό,
για να μην τις βρει κανείς
και μας τις θολώσει,
για να τις ζήσουμε και πάλι.

Το Αυγουστιάτικο φεγγάρι
κρατά ακόμα τις σκιές μας
ενωμένες σε μία,
άφοβα, σχεδόν ιερά.
Αυτό το φεγγάρι
θα σηκώσουμε τα μάτια
να κοιτάξουμε
χαμογελαστά
σαν παιδιά,
πιασμένα χέρι-χέρι
από ένα παραμύθι,
που δε μας τό'πε η γιαγιά,
γιατί το γράφουμε
Εμείς...

σαν "σονάτα του σεληνόφωτος"
του Μπετόβεν
ή
του Ρίτσου;

Διάλεξε...

Πάντως θα την ακούσουμε μαζί...
Εμείς...

Τρίτη, 21 Ιουλίου 2009

Μόνο αυτό...





Ποτέ στερεότυπα
εγώ δεν άκουσα
το όνομά μου.
Ποτέ στερεότυπα
εγώ δεν είπα
το όνομά Σου.
Όλα σε πλήρη αρμονία
τά' χω

με ' κείνο
το Αρχικό,
το Κεφαλαίο,
το δικό Σου
πρώτο γράμμα,

που νανουρίζει
τις νύχτες μου,

που απαλύνει το κακό
της μέρας μου
,
που περιπλανιέται
σπίτι μου,
ακόμα και όταν πια
έχεις φύγει.


Συλλαβιστά προφέρω
το όνομά Σου

και έχω την αίσθηση
-ψευδαίσθηση
-
αλά μπρατσέτα,
ότι πάνω στο δικό μου
ξαπλώνει,
αγκαλιάζει,
φιλά,
στοργικά
τη σκληρότητα
του ήχου του δικού μου...
και σ' ευχαριστώ γι' αυτό.

Και όχι μόνο γι' αυτό...

Σάββατο, 18 Ιουλίου 2009

Δε χαραμίζομαι πια με προσδοκίες

Έπειτα πήρα
το βράδυ παραμάσχαλα.

Τους δρόμους έβαλα μπροστά
μην ξέροντας
γιατί και πού...

Πόδια που τρέχαν
ξέχωρα απ' το μυαλό,
με φέραν στο λιμάνι.
Παραταγμένα τα σύμβολα
του φευγιού
στη βρωμερή προβλήτα.

Δεν ψιθύρισα ευχή ούτε
για καλοτάξιδα όνειρα.
Με ένα πήδημα μπήκα
σε ένα από δαύτα.

Για σήμα του τον πρίγκιπα
που ερχόταν και που πήγαινε
αδιάκοπα το Αιγαίο
αιώνες τώρα.

Ούτε βαλίτσες, ούτε ελπίδες.
Νέτα σκέτα.
Βλέπεις;

Δε χαραμίζομαι πια με προσδοκίες.

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2009

Φτερό στο κρεβάτι σου...

Κάθησα μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, πριν από ώρα. Να σου γράψω θέλω δυο λογάκια της στιγμής, αλλά δε βρίσκω τίποτα που να σου αξίζει. Ξύνω το κεφάλι μου, κοιτάζω το κενό, κοιτάζω και την ώρα, διαπιστώνω πως μου τέλειωσε ο καπνός - φτου!- και ακόμα ψάχνω λέξεις. Αλλά αυτές δε μου'ρχονται, άμα δεν έχω νικοτίνη στο στόμα.
Γελώ λίγο με το χάλι μου, με αυτήν μου την εξάρτηση, αλλά πάλι...Το βρήκα! Κάπου έχω καταχωνιάσει μια παλιά πίπα και ένα καπνό Captain Black και ο εθισμός μου κάπως για απόψε θα καλυφθεί, για να καλύψω και εγώ με γραμματάκια το άσπρο κενό στον υπολογιστή και να σου γράψω... Επιτέλους...
Όχι, μην τρομάζεις! Δεν έχω να πω κάτι σπουδαίο. Απλώς...θά'θελα να ήσουν εδώ. Κάθε μέρα που περνά, μου λείπει και πιο πολύ το γέλιο σου, το χαμόγελό σου. Λένε πως κανείς συνηθίζει στην απουσία του άλλου με τον καιρό. Μην τους πιστέψεις! Ψέμματα λένε. Μια δόση παρηγοριάς πουλάνε και αυτοί. Μα δε θέλω να την αγοράσω. Δεν ήμουν ποτέ καταναλωτής, τέτοιων ειδών.
Ας είναι.
Η ρημάδα η πίπα με παιδεύει και χάνω και τον ειρμό των σκέψεών μου. Όλο σβήνει και όλο την ανάβω. Και πάλι από την αρχή. Πού είχα μείνει; Α, ναι! Δε σου το έχω πει, αλλά συχνά στα όνειρά μου βλέπω να πετώ. Μαγεία και θαύμα τούτη η ανάδυση του κορμιού στα σύννεφα. Ωραία η αίσθηση του ύψους, του αέρα, της εικόνας να κοιτάς τον κόσμο από πολύ-πολύ ψηλά.
Κάνω μια έτσι και κοιτώ πίσω μου. Δυο μεγάλα κάτασπρα φτερά έχουν φυτρώσει στους ώμους και με πάνε και με πάνε, χωρίς να ξέρω πού, χωρίς να τα ορίζω εγώ. Κινούνται μόνα τους, ευδιάθετος ηχητικός παλμός τα ακολυθεί και εγώ χαίρομαι με το παράλογο του πράγματος.
Βλέπω θάλασσες και δάση. Βλέπω τον ήλιο και σύννεφα. Βλέπω λίμνες, καταρράκτες, βουνά και δεν ακούω παρά μόνο το απαλό αεράκι που σφυρίζει ελαφρά στ' αυτιά μου. Νιώθω ανεξήγητη χαρά. Απλώνω τα χέρια και ακολουθώ τη φορά της πτήσης. Χτυπώ παλαμάκια, τραγουδώ ό,τι θυμάμαι από παιδικά τραγουδάκια, κλείνω τα μάτια και νιώθω τούτη τη στιγμή τόσο κοντά στην απόλυτη ευτυχία. Λες να' ναι έτσι η ζωή μετά το θάνατο ή ο θάνατος μετά τη ζωή; Διάλεξε όποιο σχήμα σου πάει...
Και έπειτα σιγά σιγά αρχίζω να χάνω ύψος. Όχι απότομα. Σταδιακά. Έχει πάρει ήδη να σουρουπώνει. Στο βάθος αχνοφαίνονται τα πρώτα αστεράκια και ένα φεγγάρι- θεέ μου- ολόγιομο. Ο ήλιος λίγο θέλει ακόμα, για να χαθεί εντελώς από τα μάτια μου. Κοιτώ προς τα κάτω. Τα πόδια μου αιωρούνται στο κενό. Πιο κάτω αρχίζω να ξεχωρίζω μια πόλη, δένδρα, δρόμους, πάρκα, σπίτια.
Απαλά σαν αέρας προσγειώνομαι στην αυλή σου. Είναι νύχτα πια και η πτήση έλαβε τέλος. Τα φτερά μαζεύονται, αλλά εγώ ακόμα δεν πατώ στο έδαφος. Αιωρούμαι μια σπιθαμή πάνω από αυτήν και κάνω έτσι και ανεβαίνω τα σκαλιά σου, χωρίς να κουνώ τα πόδια. Στέκομαι στην πόρτα σου μπροστά και περνώ μέσα από αυτήν σαν αέρας. Δεν έχω υπόσταση. Δεν ανήκω πια στην ύλη. Σαν καλό ξωτικό τρυπώ τους τοίχους του σπιτιού σου.
Στο δωμάτιό σου εσύ κοιμάσαι. Σε λούζει το χλωμό φως του φεγγαριού. Σηκώνω το σεντόνι σου και τα φτερά μου διπλώνουν εντελώς. Ξαπλώνω δίπλα σου και σε αγκαλιάζω στοργικά. Την πλάτη σου έχω στο στήθος μου, φιλώ τα μαλλιά σου. Και κλείνω τα μάτια.
Αν τύχει και βρεις κάποιο πρωί ένα φτερό στο κρεβάτι σου, μην απορήσεις. Ήμουν εκεί... δίπλα σου. Κοιμόμασταν αγκαλιά όλο το βράδυ...

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2009

Εκείνη τη νύχτα...Ιούλιος, του 2009




Ήμουν εκεί! Τους είδα! Μαγική βραδιά που τη σιγοντάριζε άπνοια, ζέστη αφόρητη και κόσμος κρεμασμένος από καθίσματα, κερκίδες, σκαλοπάτια...Στην αρένα άλλοι όρθιοι. Όλοι όμως άκουγαν, χόρευαν, άναβαν στις μπαλάντες αναπτήρες. Πίσω από μένα ένας γέροντας με μακρύ μαλλί, δίπλα του ένας πιτσιρίκος γύρω στα δέκα και παραδίπλα ο μπαμπάς του με μαύρη μπλούζα και μαλλί μέχρι τους ώμους...
Τρεις γενιές εκεί. Γυναίκες, άνδρες, μικροί μεγάλοι, ψιθύριζαν στίχους, κραύγαζαν στίχους και εκείνοι εκεί, πάνω στη σκηνή...έπαιζαν ασταμάτητα.
Δεν μας πείραζε ούτε η ζέστη, ούτε η υγρασία, ούτε που ήμαστε ο ένας πάνω στον άλλο. Άναβαν και έσβηναν τα φλας, οι φωτογραφικές μηχανές πήραν φωτιά.
Το ίδιο και οι ψυχές όλων.
Ήμαστε εκεί. Φορτωμένοι κάποιοι με εικόνες από την εφηβική τους ηλικία, τότε που αγόραζαν δίσκους βινιλίου για να τους έχουν και να τους ακούν στο σπίτι, με το χαρτζιλίκι που το μάζευαν καιρό. Άλλοι σε κάποιο τραγούδι τους έδωσαν το πρώτο φιλί, άλλοι έκαναν το πρώτο τους τσιγάρο, άλλοι έβαζαν το κασετόψωνο να παίζει τέρμα τη μουσική τους στο δωμάτιο για να κλάψουν εκείνον ή εκείνην που έχασαν.
Ήταν εκεί και οι πιο μικροί, που τώρα έβλεπαν τους θρύλους της ροκ μπροστά τους μαζί με το δικό μας το Βασίλη που, σε κάποιο τραγούδι, τους αγκάλιασε και τραγούδησαν μαζί...
Ήταν η βραδιά που έλεγες πως δεν πάει, θα σπάει η καρδιά σου από τα συναισθήματα, τις αναμνήσεις, τις εικόνες, τους ήχους της ηλεκτρικής κιθάρας και των ντραμς. Και είχε και η φωνή των SCORPIONS αυτό που είναι το ροκ!
Και από πάνω μας ένα φεγγάρι...Όλο πάνω μας εκείνο το φεγγάρι...
Εκείνη τη νύχτα, με τη ζέστη, την άπνοια, την υγρασία...κολλημένοι και 'μεις πάνω στους ήχους, στο φεγγάρι, στο αίσθημά μας.
Εκείνη τη νύχτα...Ιούλιος, του 2009, έξι του μηνός, νύχτα με πανσέληνο σχεδόν...
Humanity

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2009

ΕΤΣΙ ΟΠΩΣ ΚΑΙΕΙ Η ΦΩΤΙΑ...

Έτσι όπως καίει η φωτιά,
καίγονται και οι φίλοι.

Τους είχες βρει
μετά κόπων
και βασάνων.
Και το βήμα σου
το συνόδευε
και άλλου βήμα.

Και είχες
το κλάμα,
το γέλιο σου
στα δύο
μοιρασμένα.


Έπειτα,
δε σου κούνησαν
ούτε μαντήλι
ως ένδειξη
αποχαιρετισμού.

Χάθηκαν
σε μια στροφή
δρόμου,
σε ένα ανήλιαγο
στενό,
σε μια βρεμένη
λεωφόρο.

Και ας είχες ακόμα
πολλά να τους πεις
και να σου πουν.
Και πιο πολλά
να δώσεις.
Μίσεψαν οικειοθελώς.

Δεν έμαθες,
ως φαίνεται,
ακόμα,
να αποχαιρετάς
ανθρώπους.

Επιτέλους:
Αγόρασε
πρώτη
εσύ
ένα ...μαντήλι!

Κούνησέ το
τώρα, ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ...